Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Συναινετικός και φιλολαϊκός ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Β. Βενιζέλος στο συνέδριο του Economist.





Στην ομιλία του στο συνέδριο του Economist, Ο ΥΕΠΘΑ ΕΥ.Βενιζέλος, συνέδεσε την ασφάλεια μιας χώρας , εσωτερική και εξωτερική, με την οικονομική της ισχύ και τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Και η Ελλάδα, είπε ο ΥΠΕΘΑ, έχει σοβαρά προβλήματα κυρίως, λόγω του δυσθεώρητου δημόσιου χρέους.
 Αναρωτήθηκε όμως, μήπως η Ελλάδα βρέθηκε τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος; Μήπως, πέρα από τις δικές μας αναμφισβήτητες ευθύνες, γιατί χάθηκε ο δημοσιονομικός έλεγχος, είμαστε θύματα ενός ανταγωνισμού το μέγεθος του οποίου  δε συλλαμβάνουμε ή δεν ομολογούμε στη διεθνή δημόσια συζήτηση;
 Στη συνέχεια ο ΥΠΕΘΑ αναφέρθηκε στις καταλυτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή μας, με τις εξεγέρσεις των πολιτών σε κράτη  στη Βόρεια Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και το παραγόμενο φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με νέες  καταστάσεις  που απειλούν τη σταθερότητα.
Και αυτό, είπε ο κ.Βενιζέλος, διότι  έχουμε κοινωνίες με τεράστιες ανισότητες, με εσωτερικές αδικίες, με αποκλεισμούς, έχουμε πολίτες που βιώνουν τεράστια προβλήματα ανεργίας και εισοδηματικής ανεπάρκειας, έχουμε χώρες με προβλήματα φτώχειας και ακραίας ανισότητας, έχουμε μεγάλους πληθυσμούς αποκλεισμένους από την άσκηση της εξουσίας ή ακόμη και την άσκηση απλής πολιτικής επιρροής.

Κυρίως όμως ο ΥΠΕΘΑ επισήμανε ότι , όλοι οι Έλληνες πρέπει να αντιληφθούμε το προφανές και αυτονόητο: πως χρειάζεται υπευθυνότητα, ενότητα, συναίνεση και μάλιστα συναίνεση όχι μόνο πολιτική, αλλά και κοινωνική.
Μακάρι να αρκούσε η συνεννόηση των πολιτικών κομμάτων, για να πετύχουμε την αναγκαία εθνική συστράτευση.

Σχολιάζοντας την ομιλία του ΥΠΕΘΑ Β.Βενιζέλου , είναι εμφανής η επιλογή του σε πιο φιλολαϊκές και συναινετικές πολιτικές, και μάλιστα, οι παρεμβάσεις το τελευταίο διάστημα έχουν διακριτό   κοινωνικό περιεχόμενο που βρίσκεται οριακά εντός των πλαισίων της Κυβερνητικής πολιτικής.
                                              
                          
                                   *
Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο 15th Roundtable with the Government of Greece του Economist με θέμα: «In the aftermath of the global economic crisis: what next?»
Το πλήρες κείμενο της ομιλίας του ΥΠΕΘΑ Β.Βενιζέλου έχει ως εξής: «Καλημέρα σας. Ευχαριστώ πολύ το συντονιστή της συνεδρίασής μας για το σύντομο πρόλογό του. Ευχαριστώ θερμά τους οργανωτές του συνεδρίου, το τμήμα συνεδρίων του Economist, που έχει μια πάρα πολύ μεγάλη παράδοση στην επιτυχή διοργάνωση παρόμοιων εκδηλώσεων, την κα. Πασαριβάκη και όλους τους συνεργάτες της. Και σας ευχαριστώ κυρίες και κύριοι για την παρουσία σας σε αυτή την πρωινή και άρα δύσκολη συνεδρίαση, με την οποία ξεκινάει η σημερινή μέρα.

Τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, στη Λισαβόνα, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπως όλοι γνωρίζουμε, διατυπώθηκε μετά από ετοιμασία και ζύμωση ετών το νέο στρατηγικό δόγμα της Συμμαχίας. Το Νοέμβριο οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ, διετύπωσαν αρχές ευρύτερης αποδοχής που είναι σχεδόν αυτονόητες. Θελήσαμε όλοι να μετατρέψουμε το ΝΑΤΟ σε έναν Οργανισμό όχι μόνο Άμυνας αλλά και Ασφάλειας, αλλά σε έναν Οργανισμό με έντονα πολιτικοστρατιωτικά χαρακτηριστικά. Τέθηκε ως βασική προτεραιότητα η ικανότητα πρόγνωσης και στη συνέχει διαχείρισης κρίσεων, σε όλα τα στάδια που διέρχεται μία κρίση, η οποία μπορεί να εμφανίζει -και εμφανίζει συχνά- στρατιωτικά χαρακτηριστικά, αλλά προφανώς αρχίζει ως πολιτική και επιλύεται ως πρόβλημα με πολιτικοδιπλωματικά μέσα εντέλει.

Επίσης, το Νοέμβριο θυμίζω διατυπώθηκε με πιο επίσημο και κωδικοποιημένο τρόπο ο κατάλογος των σύγχρονων απειλών που δεν περιλαμβάνει μόνο όλα όσα γνωρίζαμε ως πριν από μερικές δεκαετίες, αλλά φυσικά τις ασύμμετρες απειλές, την τρομοκρατία, τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, τους κινδύνους απ’ την κλιματική αλλαγή, τους ενεργειακούς κινδύνους, τους κινδύνους που συνδέονται με την ασφάλεια του εφοδιασμού και με την ασφάλεια των οδών όδευσης των καυσίμων. Αναφερθήκαμε πάρα πολύ έντονα στους κινδύνους που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες, με τις τεχνολογίες των επικοινωνιών και της πληροφορίας, με το χώρο που ονομάζουμε αυτή τη στιγμή κυβερνοχώρο.

Δε νομίζω ότι υπήρχε τότε η αίσθηση πως μόλις λίγους μήνες αργότερα, τους πρώτους μήνες του 2011, θα αλλάξει τόσο εντυπωσιακά η κατάσταση στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής, του Κόλπου, πως στην πραγματικότητα θα ανοίξει ένα άλλο κεφάλαιο στην ιστορία του αραβικού κόσμου, με πολλές χώρες να μπαίνουν σε αυτό το χορό των συγκλονιστικών αλλαγών, που μας επιτρέπει να πούμε ότι παρακολουθούμε την ιστορία εν τω γίγνεσθαι.

Πάρα πολύ σύντομα μετά τις αποφάσεις της Λισαβόνας του Νοεμβρίου, η Συμμαχία, θα έλεγα η διεθνής κοινότητα, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, όλος ο δυτικός και όχι μόνο κόσμος, βρέθηκε αντιμέτωπος με νέες καταστάσεις. Είναι πολύ εύκολο να αναζητήσει κανείς γραμμικές εξηγήσεις, να πει ότι όλα αυτά που συμβαίνουν και που αλλάζουν το συσχετισμό των δυνάμεων ενδεχομένως, οφείλονται σε παράγοντες δημογραφικούς, καθώς έχουμε να αντιμετωπίσουμε νέες κοινωνίες, με πάρα πολύ χαμηλό μέσο όρο  ηλικίας, κάτι που δεν μπορούμε να το συλλάβουμε εμείς οι Ευρωπαίοι που ζούμε σε κοινωνίες γερασμένες με εξαιρετικά υψηλό μέσο όριο ηλικίας.

Πως φυσικά έχουμε κοινωνίες με τεράστιες ανισότητες, με εσωτερικές αδικίες, με αποκλεισμούς, έχουμε πολίτες που βιώνουν τεράστια προβλήματα ανεργίας και εισοδηματικής ανεπάρκειας, έχουμε χώρες με προβλήματα φτώχειας και ακραίας ανισότητας, έχουμε μεγάλους πληθυσμούς αποκλεισμένους από την άσκηση της εξουσίας ή ακόμη και την άσκηση απλής πολιτικής επιρροής. Και βεβαίως έχουμε ένα υπόστρωμα με τεράστιες διαφορές, θρησκευτικές, εθνοτικές, φυλετικές. Όλα ξαναγυρίζουν στην περίοδο του μεσοπολέμου, στις αρχές του 20ού αιώνα, σαν να μη μεσολάβησε ολόκληρος ο 20ός αιώνας και η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ένας πολύ μεγάλος παράγοντας της κρίσης είναι το στρατηγικό κενό που φάνηκε να υπάρχει στη δυτική πλευρά του κόσμου. Η αδυναμία και των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εντέλει του ΝΑΤΟ και φυσικά η αδυναμία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να διατυπώσει έγκαιρα ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο, που να πείθει πως έχει αρχή, μέση και τέλος, πως περιλαμβάνει δηλαδή μία στρατηγική εισόδου και μία στρατηγική εξόδου απ’ την κρίση.

Και αυτό φαίνεται δυστυχώς και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν στην πρώτη τουλάχιστον φάση στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και φαίνεται απ’ τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται αυτή η κατάσταση επί μήνες τώρα. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη μας ίσως υποχρέωση και η πρώτη μας προτεραιότητα, είναι να καλύψουμε αυτό το στρατηγικό κενό, προκειμένου ο δυτικός κόσμος και προκειμένου οι υφιστάμενοι θεσμοί που διεκδικούν να παίξουν -και οφείλουν να παίξουν- ένα ρόλο στην εμπέδωση της σταθερότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις αυτές, να μπορούν να προβλέψουν και να διαχειριστούν κρίσεις, να μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα σημείο ασφάλειας, ως ένα σημείο αναφοράς για τον πλανήτη.

Αυτό είναι προφανές ότι δεν συμβαίνει. Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά εμείς, οι χώρες–μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την τεράστια οικονομική ισχύ της Ένωσης, ότι ως οικονομική οντότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ένα μέγεθος που αποτελεί από μόνο του σημαντικό, αποστομωτικό επιχείρημα και ότι παρά την κρίση που υπάρχει στη ζώνη του ευρώ, την κρίση δημόσιου χρέους δεν παύει η Ευρώπη να είναι ένα πολύ μεγάλο παγκόσμιο οικονομικό μέγεθος.

Η Ευρώπη, όμως, ως αυτόνομο πολιτικό μέγεθος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Οι μεγάλες χώρες–μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, προφανώς και κινούνται με βάση τις δικές τους, εθνικές προσεγγίσεις και η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, παρά τις θεσμικές υποσχέσεις που έδωσε η Συνθήκη της Λισαβόνας, στην πραγματικότητα δεν έχει συγκροτηθεί και δεν αποδίδει αποτελέσματα.

Από την άλλη, το ΝΑΤΟ, που σίγουρα είναι ο πραγματικός πυλώνας ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου -γιατί ο 20ός αιώνας μας έχει διδάξει ότι το πρόβλημα ασφάλειας της Ευρώπης ήταν και είναι πάντα πρόβλημα ευρωατλαντικό, αυτό διδάσκει και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος, αλλά και η τελευταία περίοδος, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης- βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κρίση ταυτότητας και με μια κρίση στρατηγικής, λίγες μόλις βδομάδες μετά τις πολλά υποσχόμενες εξαγγελίες της Συνόδου Κορυφής της Λισαβόνας και την ανακοίνωση του νέου στρατηγικού δόγματος.

Άρα, ενώ συνηθίζουμε -και αυτό θέλω να συνεισφέρω στη συζήτησή μας σήμερα- να αντιμετωπίζουμε τις νέες απειλές, τα νέα προβλήματα αστάθειας σε παγκόσμια κλίμακα από την οπτική γωνία των περιοχών όπου εμφανίζεται να υπάρχει το πρόβλημα αυτό και πάντως από μια οπτική γωνία που τοποθετεί τη Δύση στο ρόλο του παρατηρητή, πρέπει να δούμε ποια είναι και η δική μας ευθύνη. Πρέπει δηλαδή να δούμε και τη Δύση ως έναν παράγοντα αβεβαιότητας, όσο αυτή δε συγκροτεί μία πολιτική και θεσμική προσωπικότητα, που να της επιτρέπει να καλύψει το στρατηγικό κενό που εμφανίζει.

Αυτό φυσικά προϋποθέτει έναν άλλο τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προϋποθέτει μια άλλη πολύ πιο ανοιχτή και ειλικρινή και διαφανή σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών και βεβαίως προϋποθέτει μια συζήτηση, πολύ πιο γενικευμένη σε σχέση με τις αποσπασματικές συζητήσεις που κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε τη μία ή την άλλη κρίση.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι η διαχείριση  της κρίσης στη Λιβύη ή νωρίτερα στην Αίγυπτο, ή ενδιάμεσα στην Τυνησία, ή η αντιμετώπιση της κατάστασης στη Συρία, ή η τοποθέτησή μας απέναντι σε προβλήματα που εμφανίζονται στον Κόλπο. Το πρόβλημα είναι η συνολική θεώρηση του πράγματος η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε,  είναι η μόνη που μπορεί να μας επιτρέψει να διαμορφώσουμε μια στέρεη και ευανάγνωστη στρατηγική, ευανάγνωστη και από τους λαούς μας.

Γιατί  είμαστε υποχρεωμένοι να διαμορφώσουμε τη στρατηγική αυτή με όρους δημοκρατικούς, πιστοί σε ένα νομικό και   πολιτικό πολιτισμό, από τον οποίο δεν έχουμε δικαίωμα να ξεφύγουμε. Γιατί μόνο έτσι δίνουμε απάντηση και στο πρόβλημα της ασφάλειας, αλλά και στο πρόβλημα της ελευθερίας, της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο για τον αραβικό κόσμο, ο οποίος προφανώς θέλει, επηρεασμένος και από τις νέες συνθήκες παγκόσμιας πληροφόρησης που υπάρχουν, να αντλήσει όσο γίνεται περισσότερα θεσμικά πλεονεκτήματα και από τη δυτική θεσμική και πολιτική παράδοση.

Πώς μπορεί όμως να γίνει αυτό, όταν ένα στοιχείο ανασφάλειας και αβεβαιότητας, είναι η ίδια η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση; Όταν όλες οι χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με το δημοσιονομικό τους πρόβλημα; Όταν το πρόβλημα του δυσθεόρατου δημόσιου χρέους δεν είναι πρόβλημα μόνο για την Ελλάδα, αλλά πρόβλημα και για τις Ηνωμένες Πολιτείες για πράδειγμα;

Η Ελλάδα, η οποία αυτή τη στιγμή είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος -γιατί πολλοί πιστεύουν ότι μπορεί να είναι σε επίπεδο κρατών η “Lehman Brothers” της Ευρωπαϊκής Ένωσης- κατέχει μόλις το 1,6% του δημοσίου χρέους της ευρωζώνης. Το μέγεθός της το σχετικό και το μέγεθός της σε απόλυτους αριθμούς, δεν δικαιολογεί δια γυμνού οφθαλμού αυτό το παγκόσμιο ενδιαφέρον, αυτή τη μέχρις υπερβολής καθημερινή ενασχόληση με το πρόβλημα του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Μήπως η Ελλάδα βρέθηκε τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος; Μήπως, πέρα από τις δικές μας αναμφισβήτητες ευθύνες, γιατί χάθηκε ο δημοσιονομικός έλεγχος, είμαστε θύματα ενός ανταγωνισμού το μέγεθος του οποίου και τις παραμέτρους του οποίου δε συλλαμβάνουμε ή δεν ομολογούμε στη διεθνή δημόσια συζήτηση;

Από την άλλη μεριά, έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να σκεφτούμε ότι φυσικά αντίστοιχο πρόβλημα δημόσιου χρέους έχουν πολλές άλλες χώρες. Με κριτήριο δε το μέγεθος του δημοσίου χρέους σε σχέση με τα ετήσια δημόσια έσοδα, έρχονται πάρα πολύ κοντά, στις πρώτες θέσεις του δημοσίου χρέους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα.

Είναι λοιπόν απολύτως αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο αυτό και είναι απολύτως αναγκαίο να γίνει αντιληπτό, πως το κοινό δυτικό στρατηγικό πρόβλημα αφορά όλα τα επίπεδα. Δηλαδή και αυτό της αμυντικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, αλλά και αυτό της οικονομικής πολιτικής και ειδικότερα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Και γι’ αυτό θεωρούμε πως βεβαίως είμαστε ένα πρόβλημα, αλλά μπορούμε να γίνουμε και ένα μέρος της λύσης, όπως ακριβώς συμβάλλουμε ως παλαιό μέλος του ΝΑΤΟ και ως παλαιό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη διαμόρφωση του κεντρικού ρεύματος, στη διαχείριση όλων των κρίσεων.

Θυμίζω εδώ ότι η Ελλάδα, παρά τη δημοσιονομική της κρίση και παρά τους αυστηρούς περιορισμούς στις δημόσιες δαπάνες, παρά την ανάγκη να μειώσουμε σημαντικά τον αμυντικό μας προϋπολογισμό και τις δαπάνες για εξοπλισμούς, είναι παρούσα σε όλες τις διεθνείς αποστολές, υπό τη σημαία των Ηνωμένων Εθνών, υπό τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τη σημαία του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα είναι παρούσα, όχι μόνο στο Κόσοβο και στη Βοσνία–Ερζεγοβίνη ή στο Λίβανο, αλλά είναι παρούσα στο Αφγανιστάν, είναι παρούσα στη Σομαλία και στο Κέρας της Αφρικής, είναι παρούσα στη Μεσόγειο, στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Είναι παρούσα στη Λιβύη βεβαίως, με όλες τις μεγάλες στρατιωτικές της υποδομές, με την Κρήτη, με τη βάση της Σούδας, με τα αεροδρόμιά της, με τα ιπτάμενα ραντάρ της, με τις μονάδες έρευνας και διάσωσης, με το πολεμικό της ναυτικό, που μετέχει στην επιχείρηση επιβολής του εμπάργκο όπλων.

Η Ελλάδα είναι έτοιμη να μετάσχει και στο κεντρικό ρεύμα που πρέπει να διαμορφωθεί για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, γιατί χωρίς αυτό δε θα μπορέσουμε ποτέ να κλείσουμε το κενό που υπάρχει στη δυτική στρατηγική. Και γι’ αυτό θέλω με την ευκαιρία αυτή να πω, από αυτό το φιλικό βήμα, ότι δε χρειάζονται έξωθεν συστάσεις και μάλιστα διατυπωμένες άκομψα, προκειμένου εμείς όλοι οι Έλληνες να αντιληφθούμε το προφανές και αυτονόητο: πως χρειάζεται υπευθυνότητα, ενότητα, συναίνεση και μάλιστα συναίνεση όχι μόνο πολιτική, αλλά και κοινωνική.

Μακάρι να αρκούσε η συνεννόηση των πολιτικών κομμάτων, για να πετύχουμε την αναγκαία εθνική συστράτευση. Αυτός είναι όρος αναγκαίος, αλλά όχι επαρκής. Γιατί συνολικά το πολιτικό σύστημα διέρχεται μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης και αξιοπιστίας. Άρα, χρειαζόμαστε κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό.

Χρειαζόμαστε μια κοινωνική και εθνική συστράτευση, που να περιλαμβάνει όλους εκείνους που θεσμικά ή και ατομικά μπορούν να συμβάλλουν. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα μόνοι μας ως κυβέρνηση, ούτε μόνοι μας ως κομματικό σύστημα.

    Χρειαζόμαστε την κοινωνία των πολιτών.
    Χρειαζόμαστε τους παραγωγικούς φορείς σε κλαδικό και τοπικό επίπεδο, όπου ο καθένας αντιλαμβάνεται καλύτερα το πρόβλημα.
    Χρειαζόμαστε την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
    Χρειαζόμαστε τη Δικαιοσύνη, γιατί χωρίς τη συμβολή της Δικαιοσύνης, δεν μπορεί να λυθεί κανένα κρίσιμο αναπτυξιακό πρόβλημα, δεν μπορεί να προωθηθεί κανένα φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί η δημόσια περιουσία και ιδίως η ακίνητη δημόσια περιουσία.
    Και φυσικά, χρειαζόμαστε μια καθαρή συνεννόηση με το τραπεζικό σύστημα, που βρίσκεται σε σφιχτό εναγκαλισμό με το κράτος και με το δημοσιονομικό πρόβλημα και αυτός ο εναγκαλισμός δεν πρέπει να είναι θανάσιμος, πρέπει να γίνει σωτήριος, όχι μόνο δημοσιονομικά και τραπεζικά, αλλά και για την πραγματική οικονομία. Και αυτό χρειάζεται θαρραλέες και όσο γίνεται πιο πρωτότυπες κινήσεις.

Έχουμε και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο, να αντιμετωπίσουμε πολύ μεγάλες και σύνθετες προκλήσεις. Γιατί το πρόβλημα της ασφάλειας είναι ταυτόχρονα πρόβλημα και εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας. Γιατί το πρόβλημα της ασφάλειας είναι πρόβλημα στρατηγικής. Δηλαδή το πρόβλημα της στρατηγικής, σε σχέση με την ασφάλεια συνδέεται άμεσα με όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος και μια κορυφαία παράμετρος εθνικής ισχύος είναι η οικονομική ισχύς και η δημοσιονομική σταθερότητα.

Έχουμε πλήρη συνείδηση του μεγέθους μας, ως μια παλαιά, μεσαία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, έχουμε συνείδηση της ευθύνης μας για τη δύσκολη θέση στην οποία έχουμε περιέλθει και για την οποία πρώτοι και κύριοι υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι ίδιοι, κατά το μέτρο της αρμοδιότητας του καθενός και του θεσμικού του ρόλου. Γιατί δε φταίει ο πολίτης, φταίνε αυτοί, δηλαδή εμείς, που ασκήσαμε ή ασκούμε εξουσία.

Όπως λοιπόν έχουμε πλήρη συνείδηση όλων αυτών των παραμέτρων, έτσι πρέπει να μεταφέρουμε τη συνείδηση αυτή και στο ευρωπαϊκό επίπεδο και στο επίπεδο του ΝΑΤΟ και στο επίπεδο της διεθνούς κοινότητας, για να λειτουργήσει η Δύση, όχι ως μια παράμετρος που πολλαπλασιάζει την αβεβαιότητα, αλλά ως ένας συντελεστής σταθερότητας και υπέρβασης της κρίσης.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου