Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Συνέντευξη ΥΦΥΠΕΞ Κ. Τσιάρα στην εφημερίδα «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» και το δημοσιογράφο Χρήστο Καπούτση (10.3.13)

  Εκτύπωση Email
Δευτέρα, 11 Μάρτιος 2013
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί υπολειτουργεί το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού (ΣΑΕ);

Κ. ΤΣΙΑΡΑΣ: Το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού δεν κατάφερε να εκπροσωπήσει το σύνολο του Οικουμενικού Ελληνισμού. Δεν κατάφερε να είναι ο επίσημος, ο θεσμικός συνομιλητής με την ελληνική πολιτεία και βεβαίως, το κρισιμότερο είναι ότι δεν μπόρεσε να έχει ούτε καν αυτό το συμβουλευτικό ρόλο, που είχε τεθεί ως ένας από τους όρους της ιδρυτικής του διακήρυξης. Η πραγματικότητα είναι ότι η δομή και η οργάνωσή του αποδείχθηκαν κατώτερες των προσδοκιών. Γι’ αυτό και έπρεπε να αλλάξουν.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Υπάρχουν σχέδια αναβάθμισης ή κατάργησης του ΣΑΕ και αντικατάστασής του από άλλο φορέα;

Κ. ΤΣΙΑΡΑΣ: Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα νέο ΣΑΕ πιο αντιπροσωπευτικό και κατ’ επέκταση πιο δημιουργικό, που να έχει την δυνατότητα να κινητοποιήσει και να συνενώσει όλες τις δυνάμεις του Οικουμενικού Ελληνισμού. Ο επαναπροσδιορισμός της οργάνωσης της ελληνικής ομογένειας, αφ’ ενός μεν υπαγορεύεται από τη σύγχρονη πραγματικότητα και αφ’ ετέρου, επιτάσσεται από την κρισιμότητα της κατάστασης στην πατρίδα μας.

Εστιάσαμε σε τρεις συγκεκριμένες αρχές. Οι αρχές αυτές είναι η αυτό-οργάνωση του θεσμού, η αυτοχρηματοδότηση και η κάθετη εκπροσώπησή του.

Η αυτό-οργάνωση είναι μία αναγκαία συνθήκη, εάν θέλουμε να εξαλείψουμε κάθε διάθεση χειραγώγησης. Εδώ θέλω να κάνω απολύτως σαφές ότι στόχος και του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εξωτερικών και της Κυβέρνησης, είναι να εξαλειφθούν φαινόμενα τα οποία επηρέαζαν αρνητικά στο παρελθόν τη λειτουργία του οργάνου αυτού.

Η αυτοχρηματοδότηση είναι η δεύτερη αρχή. Γνωρίζετε καλά ότι το ελληνικό κράτος βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Δεν υπάρχουν πόροι για να υποστηριχθούν βασικές ανάγκες και βασικές δομές, συνεπώς, το να δίνουμε χρήματα με τον τρόπο που γινόταν στο παρελθόν, είναι προφανώς μια επιλογή που δεν μπορεί να υποστηριχθεί στο δεδομένο χρονικό σημείο.

Η χρηματοδότηση του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού θα μπορούσε να βασιστεί σε εναλλακτικούς τρόπους, π.χ. στις συνδρομές μελών, στην αναζήτηση δωρεών, καθώς και σε ειδικές εκδηλώσεις οικονομικής ενίσχυσης.

Ο τρίτος άξονας είναι η κάθετη εκπροσώπηση, η συμμετοχή δηλαδή όλων των Ελλήνων που βρίσκονται σε όλες τις γωνιές της γης, και όχι ενός πολύ μικρού αριθμού, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια θα χαρακτηρίζατε ως σημαντικά προβλήματα για τον Απόδημο Ελληνισμό;

Κ. ΤΣΙΑΡΑΣ: Ένα από τα μεγάλα ζητούμενα εν μέσω οικονομικής κρίσης είναι η εξωστρέφεια της οικονομίας και της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, η καλλιέργεια των σχέσεων με τον Οικουμενικό Ελληνισμό πρέπει να αποτελέσει ένα από τα σημεία αναφοράς της οικονομικής ανάπτυξης.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι σκοπεύετε να κάνετε, προκειμένου να διατηρηθεί η ελληνική γλώσσα και στις επόμενες γενεές των αποδήμων Ελλήνων; Να μιλούν καλά ελληνικά τα παιδιά των Ελλήνων που γεννιούνται εκτός Ελλάδας;

Κ. ΤΣΙΑΡΑΣ: Η παιδεία, και συγκεκριμένα η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, είναι ένα θέμα ζωτικής σημασίας, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε με μία στρατηγική σε βάθος χρόνου.

Η άποψή μου είναι ότι η γλώσσα μαζί με τη θρησκεία είναι τα δύο βασικά στοιχεία, που προσδιορίζουν την ελληνική ταυτότητα και αποτελούν το συνδετικό κρίκο των ομογενών με την μητέρα πατρίδα. Μαζί με τη διδασκαλία της ιστορίας αποτελούν τους βασικούς διαμορφωτές της εθνικής συνείδησης. Χωρίς τη γνώση της ελληνικής γλώσσας, η ομογένεια θα χαθεί οριστικά για την Ελλάδα. Γι' αυτό, νομίζω ότι πρέπει να αποτελέσει ύψιστο καθήκον μας και πρώτιστο μέλημά μας η παροχή της δυνατότητας στους ομογενείς να μαθαίνουν στα παιδιά τους την ελληνική γλώσσα.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιες είναι οι σχέσεις της Ελλάδας με τα τέσσερα Παλαίφατα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία: Κωνσταντινουπόλεως (Οικουμενικό), Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων;

Κ. ΤΣΙΑΡΑΣ: Κατ’ αρχήν, όταν αναφερόμαστε στις σχέσεις με τους εκκλησιαστικούς θεσμούς της Ορθοδοξίας εκτός συνόρων, δεν τις εννοούμε όπως τις διακρατικές σχέσεις. Πρόκειται για σχέσεις πολιτιστικής ταυτότητας και διαχρονικής παρουσίας των Ελλήνων.

Υπογραμμίζεται ότι ο παραδοσιακός τρόπος οργάνωσης των ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό γίνεται μέσω της Εκκλησίας, των ενοριών, των υπ’ αυτών λειτουργούντων σχολείων και των πραγματοποιούμενων εκδηλώσεων. Τούτο σημαίνει ότι λαμβάνουν ενιαίο χαρακτήρα, αποτελώντας έκφανση του - όπως παραδοσιακά αποκαλείται - Ελληνοχριστιανισμού.

Οι σχέσεις της Ελλάδος με τα τέσσερα Παλαίφατα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία είναι σχέσεις εμπιστοσύνης και αγαστής συνεργασίας, με παράλληλη στήριξη των πρωτοβουλιών τους σε θέματα Διαθρησκειακού και Διαπολιτισμικού Διαλόγου, προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας και των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή και προστασίας του περιβάλλοντος και της χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον Οικουμενικό Διάλογο με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καθώς και στο Διαθρησκειακό Διάλογο με το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για ολόκληρο τον Ελληνισμό.

Η Ελλάδα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο Διαθρησκειακό Διάλογο και στην ευεργετική επίδραση που μπορεί να έχει στην ενίσχυση της κατανόησης και του αλληλοσεβασμού μεταξύ διαφορετικών θρησκειών. Ο Διάλογος αυτός, αυτοτελώς ή ως σημαντική πτυχή του Διαπολιτισμικού Διαλόγου, έχει αποκτήσει σημαντική θέση στο πλέγμα των Διεθνών Σχέσεων και έχει αναβαθμισθεί στην Ημερήσια Διάταξη των Διεθνών Οργανισμών.

Επίσης, παρακολουθούμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τη συμμετοχή των Παλαιφάτων Πατριαρχείων, αλλά και της Εκκλησίας της Κύπρου, στο Συμβούλιο Εκκλησιών Μέσης Ανατολής, και φροντίζουμε να αναδεικνύουμε, στο πλαίσιο των Διεθνών Οργανισμών, την πολύ σημαντική δραστηριοποίηση των Ελληνορθοδόξων Εκκλησιών στο Διαθρησκειακό Διάλογο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου