Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Αποφάσιζαν, χωρίς περίσκεψιν, χωρίς αιδώ…

του Χρήστου Α. Καπούτση

« Πολιτική δίχως αρχές και  πολιτικοί χωρίς αυτογνωσία,  είναι καταστροφή για  μια χώρα», είχε πει σε μια ομιλία του ο Μαχάτμα Γκάντι.
  Η Δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης  Τσοχατζόπουλου και Σμπώκου και η κατάθεση του Α. Κάντα στους ανακριτές,  έχουν δημιουργήσει σοβαρές υπόνοιες, για  εκτεταμένη  διαπλοκή πολιτικών, επιχειρηματιών και κρατικών υπαλλήλων,   που πλούτισαν υφαρπάζοντας χρήματα του Δημοσίου, που προορίζονταν για την ενίσχυση της Αμυντικής θωράκισης της χώρας.   
Καταρχήν να διευκρινίσω τα εξής:  Είμαι πάνω από  25 χρόνια  διαπιστευμένος στρατιωτικός συντάκτης.  Είχα υπόνοιες,  ότι με τους εξοπλισμούς, υπήρχαν περιπτώσεις «λαδώματος» αξιωματούχων, αλλά μου έλειπαν οι αδιάσειστες αποδείξεις. Όμως, δεν μπορούσα ΠΟΤΕ να φανταστώ, παρότι ζούσα  και ζω στους διαδρόμους και στα γραφεία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας , ότι υπήρχε  τέτοιας έκτασης διαφθορά και ασυδοσίας και κατασπατάλησης Δημοσίου χρήματος.  Το γεγονός ότι δεν κατορθώσαμε, ως δημοσιογράφοι, να αποκαλύψουμε αυτές τις αθλιότητες, συγκεκριμένων  στελεχών και πολιτικών, οφείλεται νομίζω, κατά κύριο λόγο,  στα στεγανά του ΥΠΕΘΑ. Κάθε προσπάθεια να αντλήσεις οποιαδήποτε πληροφορία, προσέκρουε στον τοίχο,  που λέγεται ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ και στις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις, στην περίπτωση διαρροής απορρήτου εγγράφου,  που σχετίζεται καθοιονδήποτε τρόπο με την Άμυνα της χώρας. Η απάντηση σαφώς προσχηματική, αλλά που λειτουργούσε ως ασπίδα σε κάθε ενοχλητική ερώτηση ήταν, ότι πρόκειται για θέμα Εθνικής Ασφάλειας. Και εκεί, σταματούσε κάθε συζήτηση,  κάθε δημοσιογραφική έρευνα. Αλλά και από εκεί ξεκινούσε τα «γαϊτανάκι» της χρυσοφόρας διαπλοκής.    Και όσες φορές με προσωπικό κίνδυνο και με επαγγελματικό κόστος, τολμήσαμε να πούμε ή να γράψουμε κάτι σχετικό με φαινόμενα κακοδιαχείρισης, στις δαπάνες για εξοπλισμούς, τα θέματα αυτά δημοσιογραφικά «θάφτηκαν», δεν είχαν καμιά απήχηση και επιπλέον,  βρεθήκαμε και εκτεθειμένοι ή και απολογούμενοι.
                            
Επί της ουσίας τώρα: Την περίοδο 1996- 2006, έγιναν αγορές οπλικών συστημάτων και ανταλλακτικών αξίας 18 με 20 δισεκατομμυρίων ευρώ.
ΤΟ 2005 εγκρίθηκε από το ΚΥΣΕΑ, ένα νέο δεκαετές εξοπλιστικό πρόγραμμα μέχρι και το 2015, αξίας 16 δισεκ. ευρώ.
Οι αγορές νέων οπλικών συστημάτων και οι δόσεις,  για την αποπληρωμή παλαιοτέρων,  συνεχίστηκαν κανονικά μέχρι και το 2011, οπότε και χρεοκοπήσαμε.
Οι μίζες, μαζί με τα ανύπαρκτα Α.Ω., καθώς και με άλλες «διευκολύνσεις», υπολογίζονται στο 1,2 με 1,6  δισεκ. ευρώ, με μετριοπαθείς υπολογισμούς. Μέχρι τώρα,  έχουν εντοπιστεί περίπου 85 με 90 εκατομμύρια ευρώ. Επομένως,  η απόσταση που θα πρέπει να  καλυφτεί (από τα 90 εκατ. ευρώ μέχρι τα 1,6 δις. ευρώ) , από τις Δικαστικές και άλλες αρμόδιες αρχές,  είναι πολύ μεγάλη.
Τα όσα υποστηρίζει στην ανάκριση ο Αντώνης Κάντας, ξεπερνούν κάθε όριο φαντασίας. Δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι υπάρχει αυτός ο οχετός της ασύστολα διεφθαρμένης  διαπλοκής.   Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Α. Καντας , δεν ήταν και κάποιο κορυφαίο στέλεχος στην ιεραρχία του ΥΠΕΘΑ. Δεν ήταν Υπουργός ή υφυπουργός ή έστω Α/ΓΕΕΘΑ. Ήταν Αναπληρωτής Διευθυντής Εξοπλισμών, δηλαδή μεγαλο-μεσαίο στέλεχος.  Το ακόμη πιο εντυπωσιακό  είναι, ότι σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές πληροφορίες, ομολόγησε ότι έπαιρνε μίζες ακόμη και από προμήθειες , που δεν είχαν καν την υπογραφή του!!
Ο Αντώνης Κάντας,   έχει κατονομάσει στους ανακριτές τους εμπόρους όπλων και τους Έλληνες αντιπροσώπους των Αμερικανικών, Γερμανικών και Ρώσικων πολεμικών Βιομηχανιών,   που του έδιναν αφειδώς τις μίζες, υπερ-κοστολογώντας παράλληλα, τα οπλικά συστήματα, κερδίζοντας έτσι,  μυθώδη ποσά. Επίσης ο Α. Κάντας απαντώντας σε ερωτήσεις  των Ανακριτών κ.κ. Γαβριήλ Μαλλή και Γιάννη Σταυρόπουλου, κατονόμασε και  πολιτικά πρόσωπα, που χρηματίστηκαν. Φέρεται να είπε χαρακτηριστικά: «Δεν έχω αποδείξεις, αλλά από τη στιγμή που έδιναν μίζες σε μένα, θεωρώ απίθανο να μην έπαιρναν οι “πάνω” και οι “κάτω” από μένα», υπονοώντας σαφώς διευθυντές, μέλη αρμοδίων επιτροπών,  αλλά και υπουργούς.
Ο  Αντ. Κάντας φέρεται να μιλάει λεπτομερώς για τα χρήματα που έπαιρνε από διάφορους μεσάζοντες , για να συναινεί στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά και τον τρόπο «πληρωμής» του,  με τεράστια ποσά, ακόμα και το 3% της αξίας των συμφωνιών που υπογράφονταν. Το ίδιο δίκτυο που συμμετείχε στις δωροδοκίες βοηθούσε  τον Κάντα στο  «ξέπλυμα του μαύρου χρήματος», μέσω offshore εταιρειών. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν θυμάται καν πόσες μίζες έχει πάρει!!  
Ειδικά για την πολύκροτη και εξόχως δαπανηρή  «αγορά του αιώνα», όπως είχε αποκληθεί η προμήθεια 60 μαχητικών αεροσκαφών F-16,  αντί των F-15 που πρότεινε ο Πολεμική Αεροπορία, ο Α. Κάντας  «ανακατεύει»  στην τελική επιλογή, δύο πρώην πρωθυπουργούς και έναν υποψήφιο πρωθυπουργό , δυο μεγαλοεκδότες και δυο μεγαλοεπιχειρηματίες, τρανταχτά ονόματα , γνωστά, εκτός των άλλων,  και για το φιλάνθρωπο έργο τους.
Ο Α. Κάντας ήταν αναπλ. Διευθυντής  Εξοπλισμών, από το 1996 μέχρι 2001 επί Υπουργίας Τσοχατζόπουλου, και μερικούς μήνες μετά με υπουργό τον Γ. Παπαντωνίου. Μετά παραιτήθηκε από το ΥΠΕΘΑ  και έγινε Καθηγητής  στο μάθημα «Οικονομικά της Άμυνας» (!) στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Η περίπτωση  του Αντώνη Κάντα αναδεικνύει την δυσωδία των  «εξοπλιστικών προγραμμάτων»,  που οφείλεται κυρίως στην Αδιαφάνεια των μηχανισμών , στην απληστία του κυκλώματος των εμπόρων όπλων και στα Στεγανά του ΥΠΕΘΑ. Υπάρχει όμως και μία ακόμη πτυχή, που … «τρομάζει».   Πολλοί από τους πρωταγωνιστές αυτών των βρώμικων υποθέσεων παρίσταναν δημοσίως τους υπερ-πατριώτες. Τώρα αποδεικνύεται ότι απλά πουλούσαν ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ, ξεδιάντροπα με ιδιοτέλεια,  για να γίνονται πλουσιότεροι, με χρήματα που προέρχονταν από το υστέρημα του Ελληνικού Λαού και προορίζονταν για την Άμυνα και Ασφάλεια της χώρας.
Είναι αυτονόητο ότι,  στα όσα ανωτέρω αναφέρω, υπάρχει και μια αναγκαία προϋπόθεση.
Τα όσα  ισχυρίζεται ο Α. Κάντας υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, να μπορεί και να τα αποδείξει. Τότε θα έχουν αξία οι μαρτυρίες του, διαφορετικά, … «άνθραξ ο θησαυρός».
 Πάντως, πρόσωπα και εταιρείες , που φέρονται  να κατονομάζει ο Α. Κάντας, ως μιζαδόρους και χρηματοδότες του, ήδη  έχουν προβεί σε ηχηρές διαψεύσεις, των όσων υποστηρίζει. 
Γι’ αυτό ακριβώς, η συνέχεια αυτής της πολύβουης «Ιστορίας», προοιωνίζεται συναρπαστική…

     

Συκουτρής Ιωάννης


Ο Ιωάννης Συκουτρής, Έλληνας κλασικός φιλόλογος [1], βυζαντινολόγος και νεοελληνιστής, οπαδός του Εθνικοσοσιαλισμού [2], γεννήθηκε την 1 Δεκεμβρίου 1901 στη συνοικία Γιοφύρι της Σμύρνης στη Μικρά Ασία και σύμφωνα με την επίσημε εκδοχή, αυτοκτόνησε στις 18 Σεπτεμβρίου 1937, ή εκτελέστηκε εν ψυχρώ γιατί είχε εκδηλωθεί φιλικά προς τον Εθνικοσοσιαλισμό [3], στην Ακροκόρινθο της Κορίνθου. Ήταν παντρεμένος από το 1925, με την Χαρά Πετυχάκη και δεν απέκτησαν κληρονόμους.

http://www.livepedia.gr/skins/common/images/magnify-clip.png
Βιογραφία
Οι γονείς του ήταν κτηνοτρόφοι, που είχαν έλθει στη Μικρά Ασία από την Καρδαμύλη της Χίου και απώτερη καταγωγή από τη Μάνη. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Συκουτρής, ο οποίος διατηρούσε μικρό βουστάσιο και πουλούσε το γάλα του στις περιοχές γύρω από τη Σμύρνη. Ο πατέρας του πέθανε το 1917 από τις κακουχίες, υπηρετώντας στον τούρκικο στρατό. Το 1909 ο Ιωάννης ήταν μαθητής του δημοτικού σχολείου του Αγίου Κωνσταντίνου στη Σμύρνη, όπου παρέμεινε έως την αποφοίτησή του. Έχοντας την υποστήριξη του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης, γράφηκε στην Ευαγγελική Σχολή και από τα δεκαέξι του ήταν συνεργάτης του περιοδικού «Αμαλθεία» του Σ. Σολωμονίδη, γράφοντας με το ψευδώνυμο «Αντιφών ο Σμυρναίος», και τον Ιούνιο του 1918, αποφοίτησε με βαθμό «άριστα». Στις δραστηριότητές του, περιλαμβανόταν η ίδρυση του φιλολογικού συλλόγου «Επιστημονική Σμυρναίων Σύμβασις». Στη συνέχεια για ένα περίπου χρόνο, δίδαξε ως δάσκαλος στο Μουραντιέ Μαγνησίας, [το τουρκόφωνο χωριό Γκιαούρκιοϊ], όπου καταγράφεται η πρώτη εθνική του δράση, καθώς δημιούργησε και οργάνωσε τον «Εθνικόν Όμιλον», σύλλογο νέων που τα μέλη του ορκίστηκαν να μιλούν μόνο Ελληνικά.
Στην Αθήνα
Το Σεπτέμβριο του 1919, πήγε στην Αθήνα και γράφηκε αναδρομικά στο 2ο έτος στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το 1922, με βαθμό «Άριστα», ενώ το διδακτορικό του είχε θέμα με βυζαντινό περιεχόμενο και τίτλο «Μιχαήλ Ψελλού, Βίος και Πολιτεία του οσίου Αυξεντίου κατά πρώτον εκδιδόμενος». Διορίστηκε βοηθός του Φιλοσοφικού Σπουδαστηρίου, της βιβλιοθήκης της Φιλοσοφικής Σχολής, και το 1925 αναγορεύθηκε αριστούχος διδάκτωρ, ενώ αντιμετώπιζε τα έξοδα των σπουδών του από τα χρηματικά βραβεία του Σεβαστοπούλειου Διαγωνισμού, όπου συμμετείχε 2 φορές. Στη φιλοσοφική συγκέντρωσε μια ομάδα από Σμυρνιούς, που είχαν δημιουργήσει την ονομαζόμενη «κλίκα των Σμυρνιών», στην οποία συμμετείχε και ο Ιωάννης Θ. Κακριδής, μετέπειτα σύζυγος της Όλγας Κομνηνού και πατέρας του Φάνη Ι. Κακριδή, αλλά και συμφοιτητές του όλων των Σχολών, και τους έπεισε να πάρουν καθένας τους ένα αρχαιοελληνικό όνομα, «Πύθων» ήταν ο Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς,» Ευφορίων» ο Β. Τατάκης, «Ιοφών» ο Α. Καλογεράς, «Μάγνης» ο Ι. Τσικνόπουλος, γνωστή ως η «Αθάνατη παρέα», με σκοπό τη διοργάνωση επισκέψεων και ξεναγήσεων σε αρχαιολογικούς τόπους.
Στην Κύπρο
Η Μικρασιατική καταστροφή και ο θάνατος του πατέρα του το 1917, τον οδήγησαν στην ανάγκη να συντηρήσει την οικογένειά του και στα μέσα του Οκτωβρίου του 1922 έφτασε στην Κύπρο, όπου είχε διορισθεί ως καθηγητής, μετά από συμφωνία του με τον Γεώργιο Mατσάκη [4]. Παρέμεινε έως το 1924, διδάσκοντας στο «Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο» στη Λάρνακα, όπου έχοντας την εκτίμηση και τη φιλία του με το Nικόδημο, κατά κόσμο Mυλωνά, Μητροπολίτη Κιτίου, διοργανώνει διαλέξεις, συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση του «Συνδέσμου Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως», εκδίδει την «Επιστημονική Επετηρίδα» των καθηγητών και τον Iανουάριο του 1923 εξέδωσε σε περισσότερα από 500 αντίτυπα το περιοδικό «Κυπριακά Χρονικά» [5], στο οποίο δημοσίευε 56 λαογραφικές, αρχαιολογικές, παλαιογραφικές και ιστορικές μελέτες για την Κύπρο.
Μελέτησε και περιέγραψε τα λείψανα της εκκλησίας της «Παναγίας Φανερωμένης», στο χωριό Περιστερώνα, μια φραγκοβυζαντινή εκκλησία με τρούλο, όπου διαπίστωσε θεμέλια άλλου κτίσματος, ψηφίδες διάφορων χρωμάτων και βαθύ σκάψιμο και διακόσμηση στο γείσωμα της βόρειας θύρας. Παράλληλα πρόλαβε και ίδρυσε δύο συλλόγους, τον «Σύλλογο των Νέων» και τον «Φιλολογικό Όμιλο Λάρνακος». Θέλει η παρουσία του να είναι σύντομη και γράφει «σκέπτομαι, ή μάλλον ελπίζω να μη μείνω και άλλον χρόνον, αλλ' ακριβώς δι' αυτό θέλω ν' αφήσω καλήν ανάμνησιν (...) Πρέπει να δώσω από τα Κυπριακά Χρονικά κατεύθυνσιν εις τους εδώ λογίους, να εξακολουθήσουν ό,τι προσεπάθησα να αρχίσω (...)... Η εργασία μου εδώ και η προσπάθειά μου είναι μάλλον να δημιουργήσω επιστημονικήν ζωήν παρά να εργασθώ επιστημονικώς, (….)». Παράλληλα ασχολήθηκε με την πολιτική και εντάχθηκε στις τάξεις των οπαδών του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ φροντίζει να ενημερωθεί για το σοσιαλιστικό κίνημα, και ζητά να του στείλουν από την Αθήνα, φιλολογικά αλλά και πολιτικά βιβλία, όπως το «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ, το «Σοσιαλισμό» του Richard, το «Η Γυνή Κι Ο Κοινωνισμός» του Βebel και άλλα.
Στη Γερμανία
Το 1924 επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται βοηθός στο «Φιλοσοφικό Σπουδαστήριο», ενώ το 1925 αναγορεύεται διδάκτορας και με πανεπιστημιακή υποτροφία ταξιδεύει για σπουδές στην αρχαία Ελληνική φιλολογία, στη Λειψία επί δύο εξάμηνα κοντά στους Bethe, Korte, Heinze, και στο Βερολίνο επί έξι εξάμηνα, κοντά στους διάσημους Γερμανούς φιλολόγους του 20ου αιώνα, τον Ulrich von Wilamowitz-Μoellendorff και τον και τον Werner Jaeger, αλλά και τους Paul Mass, Norden και Deubner. O Wilamowitz τον είχε εντάξει στον φιλολογικό σύλλογο «Graeca Wilamowitziana», τον οποίον αποτελούσαν φιλόλογοι οι οποίοι στις συναντήσεις του ερμήνευαν κλασικούς Έλληνες συγγραφείς και ο Jaeger μεταξύ των μαθητών του «Eunomia». Οι μελέτες του στη Γερμανική γλώσσα, για το Δημοσθένη, το Σπεύσιππο, τους Σωκρατικούς και την Ελληνική Ιστορία, δημιουργούν αίσθηση, οι έπαινοι συσσωρεύονται και επιστημονικά περιοδικά δημοσιεύουν τα άρθρα και τις κριτικές του, ενώ ο εκδοτικός οίκος Τeubner, τον επιλέγει ως κατάλληλο να συνεχίσει την έκδοση των έργων του Δημοσθένη, που είχε διακοπεί με το θάνατο του Fuhr. Παράλληλα έγινε μέλος διαφόρων επιστημονικών σωματείων στην Γερμανία και πήρε μέρος το 1928 και το 1929 στο Διεθνές φιλολογικό και αρχαιολογικό συνέδριο στο Βερολίνο, ενώ απέρριψε την πρόταση που είχε από το πανεπιστήμιο της Πράγας, να αναλάβει την έδρα Κλασικής Φιλολογίας. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία, μελέτησε ελληνικά χειρόγραφα και δημοσίευσε εργασίες στα περιοδικά «Hermes», «Zeit», «Byzantinische» και «Αθηνά», ενώ αναγορεύθηκε διδάκτορας με εργασία του που είχε θέμα τον «Επιτάφιο» του Δημοσθένη, ο οποίος εθεωρείτο νόθο έργο και απέδειξε ότι ήταν γνήσιο.
Επιστροφή στην Ελλάδα
Επέστρεψε στην Αθήνα το 1929 και διορίστηκε καθηγητής στο Αρσάκειο και επιμελητής βιβλιονόμος της Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας. Το 1930 ανακηρύχθηκε ομόφωνα υφηγητής της αρχαίας φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ εκλέχθηκε γραμματέας του Διεθνούς Βυζαντινολογικού συνεδρίου, το οποίο διοργανώθηκε στην Αθήνα. Ως υφηγητής θα παραδώσει το 1932 το εναρκτήριο μάθημά του με θέμα «Φιλολογία και ζωή» και στη συνέχεια στα μαθήματά του, οι αίθουσες πλημμύριζαν από φοιτητές. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, «...Ο Συκουτρής αγάπησε αληθινά και με μια βαθιά ιστορική ευθύνη τη γενιά που τάχθηκε να διαπαιδαγωγήσει, δηλαδή τους νέους της εποχής του, αλλά και τη νεότητα ως μορφή ζωής πέρ’ από κάθε παροδικό σταθμό του χρόνου, αγάπησε βαθιά το έργο του, αγάπησε τη μοίρα της γης του και την πορεία του έθνους του». Την ίδια χρονιά στο περιοδικό «Ελληνικά», παρουσίασε την έκδοση του βιβλίου «Η Κύπρος κατά τον αιώνα της παλιγγενεσίας», του Φ. Ζανέτου, και γράφει ότι «…μετέχει με του αλυτρώτου τον πόνον των εορτών της Εκατονταετηρίδος και η νήσος εκείνη, την οποία εγωιστική, αφρόντιστος και άστοργος διοίκησις και η λεβαντινική ασυνειδησία των τοπικών της οργάνωσης κρατεί όχι μόνον εις δουλείαν πολιτικήν, αλλά και εις κατάστασιν οικονομικής και πνευματικής στασιμότητας»'.
Παράλληλα με τη διδασκαλία, ίδρυσε τον «Φιλολογικό κύκλο» που λειτούργησε σε στενό κύκλο φοιτητών, και ασχολούνταν με την νεοελληνική και ξένη λογοτεχνία, καθώς και το «Επιστημονικό Φροντιστήριο» για την κλασσική φιλολογία. Δίδαξε στην –τότε- «Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών», στην Σχολή Κοινωνικής Προνοίας και το 1936 στο «Ασκραίον», σχολή λογοτεχνικής μορφώσεως με πρόεδρο τον Κωστή Παλαμά κι αντιπροέδρους τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και Νικόλαο Λούβαρη. Το 1933 το Πανεπιστήμιο της Πράγας του πρότεινε την έδρα της Κλασικής Φιλολογίας αλλά αυτός θέτει υποψηφιότητα για την έδρα Γραμματολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία είχε εκκενωθεί με τον θάνατο του Σίμου Μενάρδου, του κυπριακής καταγωγής κλασικού φιλολόγου και συγγραφέα, που ήταν επίσης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Συμπόσιο Πλάτωνα
Σκανδάλισε την Ελληνική κοινωνία όταν το 1934, στα προλεγόμενα του έργου «Συμπόσιο Πλάτωνος», αφιερωμένα στην σύζυγο του Χαρά, αναφέρθηκε στον παιδικό και ομοφυλοφιλικό έρωτα στην αρχαία Ελλάδα. Έγραφε «Το θέμα είναι βέβαια πολύ λεπτό. Αναφέρεται σε κάτι απολύτως ξένο προς τις συνήθειες και τις ηθικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας. Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να το αντικρίσουμε με ψυχραιμία και αγνότητα, την καθιστά ακόμα μεγαλύτερη.» Παρά τα θετικά σχόλια του Γεωργίου Παπανδρέου, του Αχιλλέα Τζαρτζάνου, του Αχιλλέα Κύρου της «Εστίας» και του Γρηγορίου Ξενόπουλου, πολεμήθηκε, με πρωταγωνιστές τους συνεργάτες του περιοδικού «Επιστημονική Ηχώ», αλλά και από ανθρώπους της αρχιεπισκοπής, οι οποίοι τον επέκριναν για την επιλογή του να μην αναφέρεται στο πρωτότυπο, αλλά στις αγγλικές μεταφράσεις των έργων του Πλάτωνα.
Το 1936, μετά την παραίτηση του Παναγή Λορεντζάτου, υπέβαλε εκ νέου υποψηφιότητα για την έδρα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και το καλοκαίρι του 1937, ταξίδεψε στη Γερμανία, συνοδεύοντας ομάδα φοιτητών του. Tο Μάιο του 1937, η Ιερά Σύνοδος τον καταδίκασε σε τεύχος της «Φωνή της Εκκλησίας» και παράλληλα κάλεσε τον Γρηγόριο Παπαμιχαήλ, καθηγητή της Απολογητικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που είχε δημοσιεύσει ευμενή κριτική για τον Συκουτρή, στο Δελτίον της Εκκλησίας, της Ελλάδος να την ανακαλέσει. Στα τέλη Μαΐου 1937, ο Συκουτρής κυκλοφόρησε το τομίδιο «Η εκστρατεία κατά του Συμποσίου: Τα κείμενα και οι κουλουροπώλαι» [6] στο οποίο απέδιδε τη δυσφημιστική εκστρατεία εναντίον του στην παραίτηση του καθηγητή Λορεντζάτου και στην διεκδίκηση της έδρας από τον ίδιο. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Μιχαλόπουλο, «…είχε εκδηλώσει σαφή κλίση προς την αριστερά του ευρύτερου ιδεολογικού φάσματος….με την προστατευμένη από …{…}… Ελληνορθόδοξους μητροπολίτες στροφή του προς την αθεΐα και την ιδεολογική θεμελίωση της ομοφυλοφιλίας…», όμως τελικώς οι ίδιοι «… τον κατηγόρησαν για ό,τι αρχικώς τον είχαν όχι απλώς παραδεχτεί αλλά κυριολεκτικώς εξυμνήσει: τη μέσω της –πραγματικά καλής- έκδοσης του Συμποσίου του Πλάτωνα θεωρητική θεμελίωση της μη θηλυπρεπούς ομοφυλοφιλίας...».
Το τέλος του
Ήταν, αρχικά, φιλικός με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και τον Ιωάννη Μεταξά, όμως σταδιακά αποστασιοποιήθηκε και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πολυδεύκη Καλδή, προσωπικού του φίλου και δικηγόρου Αθηνών, φέρεται να έχει πει τη φράση «…και αυτοί είναι σαν τους άλλους…», συγκλονισμένος από την εκστρατεία εναντίον του. Πολιτικά ήταν υπέρ ενός καθεστώτος πνευματικής αριστοκρατίας, οπαδός του Πλατωνικού ιδεαλισμού και ρομαντικός εθνικιστής, όπως οι Περικλής Γιαννόπουλος και Ίωνας Δραγούμης και κατήγορος του φιλελευθερισμού [7]. Υποστήριζε το πνεύμα του Νίτσε και θαύμαζε την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, για την οποία εκφράστηκε αρνητικά σε γραπτά του και χαρακτήρισε αντιπνευματικό το καθεστὼς τοῦ Τρίτου Ράιχ, το 1937 μετά το ταξίδι του. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, απογοητευμένος από την αδυναμία του να τεκνοποιήσει, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη σύζυγό του και την πανεπιστημιακή του καριέρα, και επιθυμούσε με άλλο επώνυμο, να διδάξει σε κάποιο δημοτικό σχολείο, όπου πίστευε ότι θα βρει το νόημα της ζωής, όμως τελικά εγκατέλειψε το σχέδιο του, λόγω της αγάπης του για τη σύζυγο του.
Σύμφωνα με τον Δημήτριο Μιχαλόπουλο [8], ιστορικό ερευνητή και συγγραφέα του βιβλίου «Τα παρασκήνια της εισβολής, Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937)» [9], η εξουσία του Γ΄ Ράιχ είχε αποφασίσει και τον είχε επιλέξει ως τον άνθρωπο που θα αναλάμβανε ως πρωθυπουργός, τις τύχες της Ελλάδος και τη μετατροπή της σε Εθνικοσοσιαλιστικό κράτος. Κατά τους κοντινούς του ανθρώπους οι αρνητικές εντυπώσεις που του προκάλεσε η επίσκεψη του στη Γερμανία και ένας συνδυασμός όλων των γεγονότων αυτής της περιόδου, τον οδήγησε στο να κλειστεί στον εαυτό του, «…υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μοναξιάς του…» έτσι χαρακτηρίζει ο ίδιος τον «ηρωικό» άνθρωπο και στην απόφαση να αυτοχειριασθεί. Έφυγε από τη ζωή με τρόπο ανάλογο αυτού που είχε περιγράψει στο έργο του «Ἡρωϊκὴ ἀντίληψι τῆς ζωῆς», «...Αλλ᾿ εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος τοῦ ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικὰ σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει -και τρομάζουν οι δειλοὶ και ταπεινοὶ και φθονεροί. Οργὴ Κυρίου...».
Το έργο του
Χαρακτηρίστηκε από κάποιους, αντάξιος του Αδαμάντιου Κοραή [10] και μέσα από τη ζωή και το έργο του πρόβαλε την πατριδολατρεία, στον ελληνισμό, την πίστη του στην αριστοκρατία του πνεύματος [11], στην προσωπική τιμή και στον ηρωισμό, την αγωνιστικότητα και την πειθαρχημένη ελευθερία απέναντι στις υλιστικές θεωρίες, τον παθητικό τρόπο ζωής και την ανευθυνότητα. Υπερασπίστηκε τη διγλωσσία και δεν τάχθηκε ποτέ, υπέρ της δημοτικής ή της καθαρεύουσας [12], ενώ το ενδιαφέρον του για τη νεοελληνική λογοτεχνία εντοπίζεται κυρίως στις προσπάθειές του για τη συστηματική έκδοση του Διονύσιου Σολωμού και τις διαλέξεις και τα σχόλιά του στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά, καθώς και κριτικές σε έργα νεοελλήνων λογοτεχνών.
Δημοσίευσε στα περιοδικά: «Hermes», στο οποίο δημοσίευσε το 1927 την εργασία «Ο Ευαγόρας του Ισοκράτη» και το 1928 το «Περί της γνησιότητος του Επιταφίου του Δημοσθένους», με συνέπεια ο εκδοτικός οίκος της Λειψίας Teubner, να του αναθέσει την έκδοση των έργων του Δημοσθένους, «Philologus», «Byzantinische Zeitschrift», «Deutsche Literaturzeitung», «Berliner Philologische Wochenschrift». Η διδασκαλία του σκόπευε συνειδητά στη σύνδεση της Φιλολογίας με την κοινωνία, όπως φανέρωσε με το εναρκτήριο μάθημά του στο Πανεπιστήμιο που είχε τίτλο «Φιλολογία και ζωή», καθώς και με την ίδρυση του συλλόγου «Φιλολογικός κύκλος» το 1932, στον οποίο ανέλυσε, ανάμεσα σε άλλα, τα έργα «Ζαρατούστρα» του Νίτσε, «Φάουστ» του Γκαίτε και «Δωδεκάλογος του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την έρευνα και τη μελέτη των κλασικών, βυζαντινών και νεοελληνικών έργων, στην οποία η αυθεντία ήταν αναγνωρισμένη από Έλληνες και ξένους επιστήμονες και απέδειξε ότι το έργο του ρήτορα Δημοσθένη, «Επιτάφιος εις τους εν Χαιρωνεία πεσόντας», τον οποίο όλοι οι φιλόλογοι θεωρούσαν νόθο, ήταν γνήσιος λόγος του. Θεωρείται ένας από τους ικανότερους κριτικούς και ερμηνευτές αρχαίων φιλολογικών κειμένων και το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι διεσπαρμένο σε ελληνικά και ξένα περιοδικά.
Εξέδωσε το 1924, το περιοδικό
  • «Κυπριακά Χρονικά».
Μετέφρασε στα Ελληνικά τη μελέτη του Max Weber
  • «Η επιστήμη ως επάγγελμα».
Αυτοτελώς εκδόθηκαν τα έργα
  • «Εμείς οι αρχαίοι», [το 1928, Th. Zielinski, μετάφραση, εκδόσεις «Δημητράκος», το οποίο συμπλήρωσε με επιλεγόμενα],
  • «Φιλοσοφία και ζωή», [το 1931, εναρκτήρια ομιλία],
  • «Η διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», [το 1932],
  • «Αρχαίος και νεότερος λυρισμός», [το 1932],
  • «Πλατωνικός Ευαγγελισμός», [το 1932],
ένα πολύ σημαντικό έργο της νεοελληνικής γραμματείας, στο οποίο ο Συκουτρής αναλύει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πλατωνική φιλοσοφία και χαρακτηρίζει τον Πλάτωνα ως «αιώνιο διδάσκαλο κάθε πολιτισμένου ανθρώπου», στο έργο του οποίου μπορεί να ζητήσει κανείς «φωτισμό για όλη του την ζωή». Σε πρόσφατη έκδοση του έργου περιλαμβάνεται επίσης η μελέτη του «Αι πνευματικαί κατευθύνσεις των νέων».
  • «Συμπόσιον Πλάτωνος» [Α΄τόμος, το 1934, μετάφραση και ερμηνεία, Έκδοση Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη],
  • «Αριστοτέλους περί Ποιητικής», [μετάφραση του Σίμου Μενάρδου, εισαγωγή, κείμενο και ερμηνεία Συκουτρή, Έκδοση Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1937, μετά τον θάνατό του],
  • «Μελέται και άρθρα», [το 1982, Ίδρυμα σχολής Μωραϊτη].
Το 1954 συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο πολλές σκόρπιες, σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εργασίες του. Η κεντρική βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών, την οποία εγκαινίασε το 1934 με τον πρόλογο του έργου του «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, που έχει αποστολή την πρόσκτηση, φύλαξη, συντήρηση και διαχείριση των βιβλίων, περιοδικών εκδόσεων, δημοσιευμάτων εν γένει, χειρογράφων, χαρτών, σχεδίων, προσωπογραφιών και συλλογών που ανήκουν στην Ακαδημία, φέρει το όνομά του [13]. Στα εκατόχρονα από τη γέννησή του τον Απρίλιο του 2001, έγινε παρουσίαση του βίου αλλά και του έργου του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με ομιλίες από τη φιλόλογο και μαθήτρια του, την Αγλαΐα Φακάλου-Μακάρωφ και από τον καθηγητή της Φιλοσοφικής, Γεώργιο Α. Χριστοδούλου.
Το 2008 κυκλοφόρησε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, το βιβλίο «Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο 1922-1924», με την επιμέλεια του πανεπιστημιακού καθηγητή Φάνη Ιωάννη Κακριδή, γιου της Όλγας Κακριδή. Το έργο περιλαμβάνει δεκαπέντε ανέκδοτες επιστολές του από τα χρόνια που έζησε στην Κύπρο. Στις επιστολές ο Συκουτρής υπογράφει ως «Αντιφών», ψευδώνυμο που είχε επιλέξει όταν ακόμη ήταν μαθητής στη Σμύρνη, και όπως αναφέρει σ’ αυτές «..Δεν ευρίσκω κανέναν που να ημπορή να με καταλάβη, και υποφέρω..» ή «..Δεν παύω να είμαι εις τον ψυχικόν μου κόσμον ξένος και μόνος».

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Οι προτάσεις Α. Νταβούτογλου για Κυπριακό, ΑΟΖ και Τζαμί στην Αθήνα.



Του Χρήστου Α. Καπούτση

Αιφνιδίασε , ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Α.Νταβούτογλου, τους συνομιλητές του στην Αθήνα, με την σαφήνεια των προτάσεών του, για τα μείζονα θέματα του καταλόγου των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό, η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας εν όψει της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε., το ΑΙΓΑΙΟ και η οροθέτηση της ΑΟΖ, καθώς και θέματα πολιτιστικά και πολιτισμικά, βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων, που είχε ο  Αχμέτ Νταβούτογλου  με τον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά και τον Αντιπρόεδρο και ΥΠ.ΕΞ. Β. Βενιζέλο.
Συμφωνήθηκε η επόμενη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα, τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Επίσης οι κύριοι ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ και ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ, επισήμαναν τις μεγάλες προοπτικές που ανοίγονται, για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών σε πληθώρα τομέων, όπως η οικονομία, ο τουρισμός αλλά και η ενέργεια. Αναφερθήκαν και στην προστασία των βυζαντινών και οθωμανικών μνημείων, σε Ελλάδα και Τουρκία. Ο Α. Νταβούτογλου υπέδειξε στους συνομιλητές τους να προχωρήσουν με πιο γρήγορους ρυθμούς την ανέγερση Τζαμιού στην Αθήνα. Τουρκική Απαίτηση για Τζαμί στην Αθήνα, αλλά και σχέδια, για Τζαμί η Αγία Σοφά στην ΚΩΝ/ΠΟΛΗ και με κλειστή τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εδώ το τοπίο είναι μάλλον λίγο «θόλο»!! Παρόλα αυτά, εκτιμώ ότι θα πρέπει η Ελλάδα να κατασκευάσει Μουσουλμανικό Τέμενος στην Αθήνα, ώστε απρόσκοπτα οι χιλιάδες μουσουλμάνοι που διαβιούν στην Αττική, να τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
Από τα σημαντικά αποτελέσματα της επίσκεψης του Τούρκου Υπουργού στην Αθήνα,  είναι η ανακοίνωση της απόφασης της  Τουρκίας να υπογράψει Συμφωνία Επανεισδοχής  παράνομων μεταναστών, με την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Πρόκειται για πολύ σημαντική εξέλιξη, που θα ανακόψει , έσω και καθυστερημένα, το κύμα παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα, από την Τουρκία.

Αιγαίο και ΑΟΖ

Οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας και της Τουρκίας, σε κατ’ ιδίαν συνάντησή τους, συζήτησαν  το θέμα της  οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ)  στο Αιγαίο.
Εξαιρετικά πολύπλοκο θέμα, αφού και οι δύο πλευρές εμμένουν  στις πάγιες Εθνικές θέσεις τους, που είναι διαμετρικά αντίθετες. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι θα πρέπει η οριοθέτηση της ΑΟΖ στο Αιγαίο να γίνει με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (1982).  Η Τουρκία επιμένει   σε διμερή ρύθμιση και ειδικό καθεστώς στο Αιγαίο.
Η Τουρκία,  παγίως προωθεί πολιτικές που στοχεύουν στην  διχοτόμηση του Αιγαίου και στη συνέχεια στην συνεκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου,  που πιθανολογείται ότι βρίσκεται στο βυθό του.  Αυτή η πολιτική θέση,  που βρίσκεται  στον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας,  θεωρείται εντελώς απαράδεκτη από την Ελλάδα.
Επίσης σημαντική διαφωνία καταγράφεται και για το Καστελόριζο.
Η Τουρκία διατείνεται ότι, το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκική διπλωματία υποστηρίζει ακόμη, ότι το σύμπλεγμα των 13 νησίδων της περιοχής του  Καστελόριζου διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Άρα, δεν διαθέτουν ούτε ΑΟΖ , ούτε και δικής τους υφαλοκρηπίδα!
Αν όμως γίνει αποδεκτή η τουρκική άποψη, τότε, το Καστελόριζο αποκόπτεται από τον Εθνικό κορμό και το επόμενο βήμα θα είναι η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του. Και το σημαντικότερο, αν γίνει δεκτό ότι το Καστελόριζο δεν διαθέτει ΑΟΖ, τότε η Ελλάδα δεν θα έχει δυνατότητα οριοθέτησης της ΑΟΖ με την Κύπρο, αφού θα παρεμβάλλεται η ΑΟΖ της Τουρκίας.
Το Καστελόριζο έχοντας δική του ΑΟΖ, ως κατοικούμενο νησί, αποτελεί σημείο οριοθέτησης της ΑΟΖ της Ελλάδας με την Αίγυπτο και με την Κύπρο. Δηλαδή  η Τουρκία δεν θα έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο.  Γι’ αυτό η Άγκυρα αρνείται να δεχθεί ότι το Καστελόριζο διαθέτει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη
Συνεπώς , είναι μείζον Εθνικό θέμα το Καστελόριζο.  Και η Ελληνική Διπλωματία, πολύ σωστά , προσπαθεί να το θωρακίσει με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982.

το Κυπριακό

Για το Κυπριακό, και οι δυο Υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, τάχθηκαν υπέρ της επιτάχυνσης των συνομιλιών,  για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος της Κύπρου. Αλλά η προσέγγιση γίνεται από διαφορετική οπτική.  Να σημειώσουμε ότι, η Τουρκία, την προηγούμενη εβδομάδα  έστειλε το σεισμογραφικό σκάφος «Μπαρμπαρός», για έρευνες  στο θαλάσσιο τεμάχιο 3 της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου, παραβιάζοντας κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι σαφές ότι η Ενέργεια, και συγκεκριμένα τα υποθαλάσσια ενεργειακά αποθέματα,  αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα των γεωπολιτικών εξελίξεων στην Α. Μεσόγειο και ευρύτερα.
Μετά την Αθήνα ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας Α. Νταβούτογλου μετέβη στα κατεχόμενα , όπου και είχε συνομιλίες με την τουρκοκυπριακή πολιτική ηγεσία.  Μάλιστα εξελίχτηκε και μια προσπάθεια- θρίλερ, προκειμένου να   συνταχθεί ένα κοινό ανακοινωθέν των δύο Κυπριακών  κοινοτήτων, που θα αποτελούσε το πρώτο βήμα, για την επανέναρξη των συνομιλιών, με στόχο την οριστική επίλυση του προβλήματος της Κύπρου, εντός προκαθορισμένου χρονοδιαγράμματος.
Οι προσπάθειες ναυάγησαν. «Η τουρκοκυπριακή ηγεσία με τη συνδρομή και της τουρκικής πλευράς έδειξε την εμμονή της σε ακραίες και αδιάλλακτες θέσεις», δήλωσε  ο εκπρόσωπος  της Κυπριακής  Κυβέρνησης. Υπό τις παρούσες συνθήκες, συνέχισε, ο πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης «δεν είναι διατεθειμένος να εισέλθει σε ένα διάλογο για χάρη του διαλόγου».
Πηγές της κυπριακής κυβέρνησης αναφέρουν ότι πλέον δεν υφίσταται διαδικασία διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό, η οποία τορπιλίστηκε με ευθύνη του Έρογλου και του Νταβούτογλου.
Ο ΥΠΕΞ της  Τουρκίας Α. ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ με δηλώσεις του, επισήμανε,   ότι διαδικασία επίλυσης του ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ χωρίς χρονοδιάγραμμα δεν είναι αποδεκτή. Και μίλησε για ένα πολιτειακό  σύστημα,  που θα βασίζεται στην  βούληση των «δύο κρατών» και για διζωνική, δικοινοτική λύση, συνομοσπονδιακού χαρακτήρα. Οι αναφορές του Α. Νταβούτογλου  σε εσωτερική ιθαγένεια, εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία, προέλευση της κυριαρχίας από τις κοινότητες και όχι τον λαό, θεωρούνται από το σύνολο της ελληνοκυπριακής ηγεσίας ως απαράδεκτες.
Ο  Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας  Ν. Αναστασιάδη, έχει  απορρίψει  διατυπώσεις , που ενέχουν συνομοσπονδιακή λογική, στο περιεχόμενο πρότασης για την  πολιτειακή λύση  στην Κύπρο.
 Η αναβάθμιση του ψευδοκράτους και η διχοτόμηση της Κύπρου είναι  άλλωστε μία εκ των τριών επιλογών που είχε παρουσιάσει από τον Μάρτιο του 2013 ο Τούρκος ΥΠΕΞ Α. Νταβούτογλου, συσχετίζοντας ευθέως τη λύση  του Κυπριακού, με την κυριότητα και αξιοποίηση των  υδρογονανθράκων, που έχουν εντοπιστεί στην ΑΟΖ της Κύπρου.
Επιστρέφοντας στην Άγκυρα από τα κατεχόμενα  ο Αχμέτ Νταβούτογλου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών  Μπαν Κι Μουν  προκειμένου να τον ενημερώσει για το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί στο Κυπριακό. Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο «Ανατολού»  ο Τούρκος ΥΠΕΞ είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία και με τον Έλληνα ομόλογό του Ευάγγελο Βενιζέλο.  Επίσης με τον Β. Βενιζέλο επικοινώνησε τηλεφωνικά και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ.
Οι Κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας  καταγγέλλουν  στον ΟΗΕ  την διπλωματική προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλλει λύση δύο κρατών στην Κύπρο , μια λύση που όπως επισημαίνουν, είναι αντίθετη  προς τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις αποφάσεις της Ε.Ε., για την Κύπρο.    
Εκτιμώ,  ότι πολύ δύσκολα η Τουρκία θα συναινέσει σε μια λύση του Κυπριακού, που θα  ακυρώνει τα κατοχικά δεδομένα, θα ανατρέπει τη πληθυσμιακή διαίρεση της Μεγαλονήσου και θα επιτρέπει στους Κύπριους πολίτες, να συμβιώσουν αρμονικά και δημιουργικά. Μια λύση, που θα προνοεί την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των τούρκων εποίκων από την Κύπρο. Μία λύση, η οποία θα διασφαλίζει τη μία ενιαία διεθνή προσωπικότητα, τη μία κυριαρχία την Κυπριακή και τη μία ιθαγένεια, για τους πολίτες της Κύπρου.

Δηλώσεις Ερντογάν για Θράκη

Σε ομιλία του στην πόλη Κεσάνη (κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα) ο Τούρκος Πρωθυπουργός Τ. Ερντογάν, «υπενθύμισε»  ότι, η Ανατολική Θράκη και ευρύτερα, αποτελεί τη Ρουμελία , δηλαδή το ευρωπαϊκό τμήμα της  «πάλαι  ποτέ»  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,   που περιελάμβανε   τη σημερινή Νότια Βουλγαρία, την Ελληνική Θράκη,  την Βόρεια Ελλάδα, τα Σκόπια  και  το Κόσσοβο. Πρόσθεσε ακόμη, ο Τ. Ερντογάν στην ομιλία του,  ότι η Θράκη έχει ξεχωριστή σημασία για την Τουρκία και με ιδιαίτερα προκλητικό  τρόπο διευκρίνισε ότι, όταν λέει  Θράκη εννοεί και την Κομοτηνή, αλλά και την Θεσσαλονίκη, το  Kircaali και το Deliorman της Βουλγαρίας,   περιοχές έως τα Σκόπια, την Πρίστινα  και την Βοσνία!!!
Οι περιοχές στις οποίες αναφέρθηκε επιλεκτικά ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, έχουν έντονο μουσουλμανικό  «χρώμα», αφού εκεί κατοικούν πολυπληθείς μουσουλμανικοί  πληθυσμοί.   Η νέο-οθωμανική προπαγάνδα των Ερντογάν- Νταβούτογλου,  επιχειρεί να αξιοποιήσει την μουσουλμανική ταυτότητα των κατοίκων και να τους εντάξει σε οργανωμένη εθνική-τουρκική μειονότητα, μέσα στα Εθνικά Βαλκανικά κράτη. Η «εισβολή» της Τουρκίας στα  Βαλκάνια  δεν γίνεται με στρατιωτικές Μεραρχίες, αλλά γίνεται με τη χρήση της τουρκικής γλώσσας και  του Ισλάμ. Πρόκειται  μάλλον για μια πολιτιστική εισβολή.  Είναι το μέσον του χρησιμοποιεί η  Τουρκία,  για  να αφυπνίσει τις μουσουλμανικές- Τουρκικές μειονότητες της Βαλκανικής και να τις επανασυνδέσει με το αυτοκρατορικό οθωμανικό παρελθόν. Η Τουρκία έχει ακόμη αυτοαναγορευτεί σε προστάτη των Μουσουλμάνων της Βαλκανικής.  Τα νέο-οθωμανικά σχέδια συνιστούν  μια εξαιρετικά επικίνδυνη πολιτική, που πιθανότατα θα πυροδοτήσει το εκρηκτικό εθνομειονοτικό μείγμα της Βαλκανικής. Είναι μια πολιτική σαφώς αναθεωρητική, που περιφρονεί τη διεθνή νομιμότητα και εγείρει de facto (η  λατινική φράση de facto  σημαίνει «εκ των γεγονότων» ή «εκ των πραγμάτων». Στην νομοθεσία, συχνά σημαίνει «αυτό που εφαρμόζεται πρακτικά,  αλλά που δεν επιβάλλεται από τον νόμο»),  ζητήματα που άπτονται ακόμη και της αλλαγής του υφιστάμενου συνοριακού καθεστώτος.  Ασφαλώς, η Βαλκανική αποτελεί  ζωτικό χώρο για την Τουρκία, γι’ αυτό η  τουρκική διπλωματία θα γίνεται, πιο παρεμβατική και πιο απαιτητική, εκμεταλλευόμενη  και το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.