Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Επιδόθηκε η απαντητική επιστολή του Γ. Παπανδρέου στον Τούρκο πρωθυπουργό


Επιδόθηκε σήμερα το απόγευμα από τον Πρέσβη της Ελλάδας στην Άγκυρα, η επιστολή του Έλληνα Πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Στην απαντητική του επιστολή προς τον Τούρκο ομόλογό του, ο Γ. Παπανδρέου δηλώνει ενθαρρυμένος από την κοινή τους επιθυμία για βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών, σημειώνοντας ότι ο τουρκικός λαός γνωρίζει καλά την προσωπική του συμβολή για την έναρξη μιας νέας περιόδου στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1999, όταν η διμερής διπλωματική δραστηριότητα συνέπεσε με μια σημαντική απόφαση: τη χορήγηση στην Τουρκία του καθεστώτος της υποψηφίας χώρας για προσχώρηση στην Ε.Ε.

Αφού επισημαίνει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε πολλούς τομείς των διμερών σχέσεων όπως το εμπόριο, τις επενδύσεις, την ενέργεια, τον τουρισμό, τη διπλωματία των πολιτών, ακόμα και το ψυχολογικό κλίμα και την επικοινωνία των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών, ο Έλληνας Πρωθυπουργός υπογραμμίζει την ανάγκη, δέκα χρόνια μετά, να γίνει ένας απολογισμός, ώστε να επισημανθούν οι εναπομένουσες προκλήσεις για να επιτευχθεί μια πιο βιώσιμη και παραγωγική σχέση και μόνιμη ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Γιώργος Παπανδρέου σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «Έλληνες και Τούρκοι, συνεργαζόμενοι, μπορούμε να καταστούμε μια δύναμη σταθερότητας και συνεργασίας», προσθέτοντας ότι ελπίζει πως οι δύο χώρες μπορούν να γίνουν πρότυπο για άλλες περιοχές του πλανήτη.

Τονίζει δε, ότι Ελλάδα και Τουρκία πρέπει να επιλύσουν τα θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα που παραμένουν ανεπίλυτα, ιδίως ενώπιον των μεγάλων παγκόσμιων προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε.

Στην επιστολή του, ο Έλληνας Πρωθυπουργός κάνει συγκεκριμένο απολογισμό των προβλημάτων που εξακολουθούν να ταλανίζουν τις σχέσεις Ελλάδας -Τουρκίας, περιγράφοντας ταυτόχρονα το πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα αναζητά τη λύση.

Αναφορικά με το Αιγαίο, πρωταρχική προτεραιότητα της Ελλάδας είναι η δημιουργία ασφαλούς περιβάλλοντος και ατμόσφαιρας αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός τονίζει την ανάγκη σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών, τόσο των διμερών όσο και των πολυμερών, καθώς αυτές αποτελούν το πλαίσιο για το εδαφικό καθεστώς στο Αιγαίο και συνιστούν θεμέλιο προς εξασφάλιση διαρκών σχέσεων καλής γειτονίας.

Ως προς τη συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο, ο Έλληνας Πρωθυπουργός τονίζει ότι ενέργειες όπως το casus belli, οι υπερπτήσεις και οι ερευνητικές δραστηριότητες στην υφαλοκρηπίδα που δεν έχει ακόμα οριοθετηθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας «δεν βοηθούν καθόλου τη βελτίωση των σχέσεών μας» και υπογραμμίζει ότι πρέπει να αναζωογονηθούν οι διερευνητικές επαφές και να λάβουν νέα ώθηση.

Σημειώνει, ωστόσο, ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να είναι χωρίς ημερομηνία λήξης .

Σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης συμφωνημένης λύσης, σε προσυμφωνημένο χρόνο που μένει να καθορισθεί, ο Γιώργος Παπανδρέου προτείνει η Ελλάδα και η Τουρκία να απευθυνθούν από κοινού στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας. Εκφράζει δε την ετοιμότητα εξέτασης μέτρων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη μείωση της έντασης με την προϋπόθεση ότι δεν προκαταλαμβάνουν τις πολιτικές και νομικές θέσεις των δύο πλευρών, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι τέτοια μέτρα δεν δίδουν πραγματική λύση γιατί δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής ενίσχυσης της ασφάλειας στο Αιγαίο είναι η αποφυγή των στρατιωτικών δραστηριοτήτων που τροφοδοτούν την ένταση.

Αναφορικά με το Κυπριακό, ο Έλληνας Πρωθυπουργός τονίζει ότι το κλειδί για βιώσιμη λύση είναι να αφεθούν οι δύο κοινότητες να αποφασίσουν ελεύθερα για το κοινό τους μέλλον, χωρίς καμιά έξωθεν παρέμβαση ή πίεση. Περιγράφοντας τη λύση, κάνει αναφορά σε ένα ομοσπονδιακό σχήμα με δομές που θα εγγυώνται την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους. Προσθέτει ακόμα ότι η λύση θα πρέπει να είναι εντός του πλαισίου που θέτουν οι αποφάσεις των ΗΕ και να είναι συμβατή με το θεσμικό πλαίσιο, τις αρχές και αξίες της ΕΕ, καθώς και με το κοινοτικό κεκτημένο.

Στην επιστολή του ο Έλληνας Πρωθυπουργος τονίζει ότι το μέλλον της επανενωμένης νήσου βρίσκεται στην ΕΕ κι ότι αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεδομένου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004.

Αφού εκφράζει την υποστήριξη της Ελλάδας στην ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, η οποία, όπως λέει, θα συμβάλει στην ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα της περιοχής, παγιώνοντας την καλή γειτονία, ο Έλληνας Πρωθυπουργός κάνει ειδική αναφορά στη σημασία εκπλήρωσης εκ μέρους της Τουρκίας, των υποχρεώσεών της έναντι της Ελληνικής μειονότητας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Εκφράζει ταυτόχρονα την ετοιμότητα της Ελλάδας να προσφέρει στην Τουρκία και πάλι, σε διμερές πλαίσιο, για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και εμπειρίας σε κοινοτικά θέματα.

Δίνοντας απάντηση στις επανειλημμένες δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός τονίζει ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Ελλήνων πολιτών, ανεξαρτήτως θρησκείας, πολιτιστικών καταβολών ή εθνοτικής προέλευσης, είναι αποκλειστική ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας και προσωπική του δέσμευση έναντι κάθε Έλληνα πολίτη.

Υπογραμμίζει δε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ούτε να αντιμετωπισθούν με όρους αμοιβαιότητας.

Όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση, στην επιστολή αναφέρεται ότι η συνεργασία τόσο στο διμερές, όσο και στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης της Τουρκίας προς τις επιχειρήσεις της FRONTEX, αποτελεί τον μόνο τρόπο για αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου.

Υπογραμμίζει δε τη σημασία πλήρους εφαρμογής του υπάρχοντος Ελληνοτουρκικού Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής, πέραν της επανεκκίνησης συνομιλιών για τη σύναψη αντίστοιχης συμφωνίας της Τουρκίας με την ΕΕ. Εκφράζει επίσης την ετοιμότητα διαμόρφωσης ενός κοινού σχεδίου δράσης για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.

Αφού κάνει αναφορά σε άλλες πτυχές της διμερούς συνεργασίας, όπως η οικονομική και εμπορική συνεργασία και το καθεστώς θεωρήσεων για τους Τούρκους πολίτες, ο Έλληνας Πρωθυπουργός χαρακτηρίζει σημαντική την πρότασή του Τούρκου ομολόγου του για την δημιουργία ενός Υψηλού Επιπέδου Συμβουλίου Συνεργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Έλληνας Πρωθυπουργός προτείνει την οργάνωση μιας επίσημης επίσκεψης σε πρωθυπουργικό επίπεδο και προσκαλεί τον κ. Ερντογάν να επισκεφθεί τη χώρα μας, τονίζοντας ότι τα δύο Υπουργεία Εξωτερικών θα πρέπει να καθορίσουν μια κατάλληλη ημερομηνία πιθανώς πριν το καλοκαίρι.

Στην επιστολή του, ο Έλληνας Πρωθυπουργός κωδικοποιεί την προεργασία που θα πρέπει να γίνει από τους δύο Υπουργούς Εξωτερικών για την κατάλληλη προετοιμασία της εν λόγω επίσκεψης, καθώς και τους τομείς στους οποίους θα πρέπει να εστιάσουν οι δύο πλευρές τη συνεργασία τους, με την εμπλοκή των αντίστοιχων φορέων από τις δύο χώρες.

Αναφέρονται συγκεκριμένα ως τομείς συνεργασίας η Ενέργεια, το Εμπόριο και Επενδύσεις, ο Πολιτισμός, η Παράνομη μετανάστευση, η Πράσινη Ενέργεια, Περιβάλλον, Αναδάσωση και Πράσινη Ανάπτυξη, οι Υποδομές και Μεταφορές και η Καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Κάνει τέλος μια απαρίθμηση των γενικών ενοτήτων συνεργασίας μεταξύ των δύο χώρων, αναφέροντας συγκεκριμένα τις ακόλουθες θεματικές: διμερής συνεργασία, περιφερειακή συνεργασία (Μεσόγειος, Μέση Ανατολή, Μαύρη Θάλασσα, Βαλκάνια, Καύκασος), παγκόσμια θέματα (κλιματική αλλαγή, μη διασπορά πυρηνικών όπλων, οικονομική κρίση και θεσμοί), σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, πρόοδος διερευνητικών επαφών και μέτρα μείωσης της έντασης και ενίσχυσης της ασφάλειας στο Αιγαίο.

Κλείνοντας την επιστολή του προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό, ο Γιώργος Παπανδρέου επαναλαμβάνει το μήνυμα ειρήνης που μετέφερε τον Οκτώβριο στον τουρκικό λαό και τονίζει ότι από κοινού με τον Ταγίπ Ερντογάν μπορούν να αλλάξουν την πορεία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και να τις οδηγήσουν προς ένα λαμπρό μέλλον προς όφελος των δύο λαών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου