Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΣΤO ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΩΝ ΑΜΥΝΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ


ΜΕ ΘΕΜΑ:«ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: Προμηθειών Δημοσίου Υλικών Άμυνας – Ασφάλειας και Διττής Χρήσεως. Εξαγωγών. Έρευνας και Τεχνολογίας και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ»

Κύριε Πρόεδρε σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκλησή σας και συγχαίρω το Σύνδεσμο Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού για τη δράση του και πιο συγκεκριμένα για την πρωτοβουλία του να οργανώσει το Συνέδριο αυτό, που μας δίνει την ευκαιρία να συναντηθούμε και να συζητήσουμε για όλο το πλέγμα των θεμάτων που σας απασχολούν και που απασχολούν προφανώς και την Κυβέρνηση, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, τα Γενικά Επιτελεία και τις Υπηρεσίες του.

Χαίρομαι γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να διατυπώσω και ενώπιόν σας τις βασικές γραμμές της πολιτικής που ακολουθούμε στα θέματα των αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων.

Σημείωσα τις αναφορές που έκανε ο κ. Πρόεδρος στα κριτήρια που πρέπει να διέπουν τις αποφάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στον τομέα αυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κριτήριά μας είναι εθνικού χαρακτήρα. Bασίζονται στην ορθή και ψύχραιμη εκτίμηση της απειλής, στις αξιολογήσεις μας για τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η χώρα. Kαι οι αποφάσεις μας είναι -ή εν πάση περιπτώσει πρέπει να είναι πάντα- αποφάσεις που έχουν μια απώτερη θεώρηση των θεμάτων αυτών, δεν εγκλωβίζονται στη συγκυρία και δεν κινούνται με βάση την καταλυτική -πάρα πολλές φορές- δύναμη της αδράνειας: επειδή κάποτε κάποιος επέβαλλε μια ιδέα την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε επί μακρό χρόνο, χωρίς ποτέ να επαναξιολογούμε τις αποφάσεις μας αυτές. Με αποτέλεσμα να μην μπορούμε ποτέ να ενσωματώσουμε πλήρως πανάκριβα οπλικά συστήματα τα οποία έχει προμηθευτεί η χώρα και να μην μπορούμε να αξιολογήσουμε με ένα ολοκληρωμένο και σύνθετο τρόπο, τις διαδικασίες που ακολουθούμε στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων.


Όπως ξέρετε, η Ελλάδα είναι ένα παλιό, ιστορικό μέλος του ΝΑΤΟ από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μια χώρα με αδιατάρακτα δυτική διαδρομή από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, μια χώρα που θέλει να διαδραματίζει -και διαδραματίζει- ενεργό και υπεύθυνο ρόλο στους κόλπους της Συμμαχίας. Μια χώρα παλαιό πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αντιλαμβάνεται τη σημασία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας και των αποστολών που αναλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό τον έναν ή τον άλλο νομικό τύπο μόνη της ή σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ και πάντα υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Και είναι φυσικά μια χώρα που αντιμετωπίζει πολύ συγκεκριμένα υπαρκτά προβλήματα ασφάλειας και άμυνας στο Αιγαίο, στην ανατολική Μεσόγειο. Προβλήματα, που οφείλονται σε γνωστούς ιστορικούς γεωγραφικούς και πρωτίστως πολιτικούς λόγους. Προβλήματα που θέλουμε να ξεπεραστούν, που ελπίζουμε να ξεπεραστούν. Εργαζόμαστε έντονα προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι και κυρίως δεν μπορούμε να τρέφουμε ψευδαισθήσεις.

Είμαστε έτοιμοι για μεγάλες πολιτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης της έντασης, θέλουμε να επικρατεί η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα είναι παράγοντας σταθερότητας, αντιστέκεται σε κάθε αναθεωρητική αντίληψη γύρω από τα θέματα αυτά, αλλά βεβαίως -από την άλλη μεριά- είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε αξιόπιστες, αξιόμαχες, σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις, που προωθούν τις αντιλήψεις της διακλαδικότητας, της κάθετης δομής διοίκησης. Ένοπλες Δυνάμεις οι οποίες μπορούν να διασφαλίσουν την ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια και τη διπλωματική ισχύ της χώρας.

Δυστυχώς τις τελευταίες πολλές δεκαετίες πλέον, ο τομέας των αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων δεν αντιμετωπίζεται με τέτοια κριτήρια, ούτε με κριτήρια πολιτικο-διπλωματικά, ούτε με κριτήρια αμυντικά, αλλά δυστυχώς με κριτήρια ηθικο-πολιτικά, τα οποία έχουν δημιουργήσει μια πολύ βαριά ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα καχυποψίας. Καθώς ο τομέας αυτός είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συνώνυμος με διαδικασίες που θεωρούνται αδιαφανείς, με επιλογές οι οποίες ελέγχονται κατά καιρούς για την αξιοπιστία τους και για την σκοπιμότητά τους.

Αυτόν τον φαύλο κύκλο είμαστε υποχρεωμένοι να τον σπάσουμε. Και γι' αυτό ένα από τα πρώτα μελήματά μας ήδη από την ημέρα που αναλάβαμε τα καθήκοντά μας στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ο Αναπληρωτής Υπουργός ο κ. Μπεγλίτης κι εγώ, ήταν να παρέμβουμε σε αυτό το πεδίο της δημόσιας συζήτησης, της δημόσιας αντίληψης -γιατί για μια αντίληψη για μια πρόσληψη παραστάσεων πρόκειται- προκειμένου να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία του θεσμικού πλαισίου και των διαδικασιών.

Άρα, το πρώτο μας μέλημα είναι η διαφάνεια στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων, γιατί μόνο αφού συμφωνήσουμε όλοι πως η διαδικασία είναι διαφανής, ορθολογική και ασφαλής, θα μπορέσουμε να κάνουμε τις επιλογές εκείνες, αμυντικές και αναπτυξιακές, που είναι απολύτως αναγκαίες για τη χώρα μας.
Θα γνωρίζετε βεβαίως ότι έχουμε ήδη ανυψώσει στο επίπεδο του κεντρικού παράγοντα της όλης διαδικασίας την αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή και πιο συγκεκριμένα την Υποεπιτροπή Εθνικής Άμυνας, που ήδη με πρότασή μου συγκροτήθηκε με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, στους κόλπους της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής των Ελλήνων.

Η αρμόδια αυτή Υποεπιτροπή, μικρή και ευέλικτη για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά δεδομένα -15μελής-, αναλαμβάνει ήδη από αύριο έργο ώστε να είναι απολύτως ενήμερη για όλες τις διαδικασίες, για όλες τις κρίσιμες αποφάσεις, να είναι εγγυητής της διαφάνειας και κυρίως να είναι το σημείο στο οποίο εκτονώνεται η δημόσια συζήτηση ώστε η απόφαση να συνοδεύεται από τις εγγυήσεις της ευρύτερης δυνατής αποδοχής και συναίνεσης.

Κατά την ίδια λογική, με τη μορφή πάγιας διαταγής, εκδόθηκε ήδη ένας Κώδικας Δεοντολογίας που διέπει τη συμπεριφορά όλων των στελεχών, στρατιωτικών και πολιτικών, των Ενόπλων Δυνάμεων στις επαφές τους με τους προμηθευτές του ελληνικού Δημοσίου στον τομέα των εξοπλισμών. Είτε οι προμηθευτές αυτοί είναι αλλοδαποί είτε είναι ημεδαποί, πρέπει να σέβονται και αυτοί από τη δική τους πλευρά τον κώδικα της δεοντολογίας αυτής, που είναι αυτονόητος, που ακολουθεί τα διεθνή δεδομένα. Διασφαλίζει αυτό τη διαφάνεια αλλά -θα έλεγα- και την συνέπεια στις διαδικασίες. Και θέλω να πιστεύω ότι και τα μέλη της Υποεπιτροπής Εθνικής Άμυνας της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας που θα ασχολούνται με τον τομέα των εξοπλισμών θα αυτοδεσμευτούν και αυτά στην τήρηση του ίδιου κώδικα δεοντολογίας, γιατί οποιοσδήποτε εμπλέκεται, σε οποιοδήποτε επίπεδο, στη διαδικασία αυτή, πρέπει να διέπεται από τους ίδιους κανόνες.

Αυτοί οι κανόνες -θυμίζω- ότι δεν αφορούν μόνο τους εν ενεργεία στρατιωτικούς και πολιτικούς υπαλλήλους, αλλά και τους εν αποστρατεία αξιωματικούς των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι για ένα μακρό χρονικό διάστημα, που θα καταστεί ακόμη μακρύτερο, δεσμεύονται από καθήκον εχεμύθειας και από καθήκον μη συμμετοχής σε διαδικασίες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με το ρόλο τους, όταν ήταν εν ενεργεία αξιωματικοί των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Είναι επίσης πολύ σημαντικό το γεγονός -κατά τη γνώμη μου- ότι έχουμε στα χέρια μας ήδη μια νωπή οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων. Όπως κάθε κοινοτικό κείμενο έτσι και η οδηγία αυτή είναι προϊόν μακρών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, είναι προϊόν ενός συσχετισμού δυνάμεων που αναπτύσσεται στο πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πάντα ένα αναπεπταμένο πεδίο διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης.

Συμπυκνώνει όμως αναμφίβολα η οδηγία αυτή, μέσα στην ευρύτητα των διατυπώσεών της, την εμπειρία πολλών κρατών - μελών, διαφορετικού μεγέθους και διαφορετικού προσανατολισμού. Γιατί εκεί μπορεί να διαπιστώσει κανείς ποιες είναι οι αντιλήψεις και οι επιδιώξεις μεγάλων ή μεσαίων ευρωπαϊκών κρατών που είναι παραγωγοί αμυντικού υλικού και διεκδικούν να προωθήσουν τα προϊόντα τους και ποιες είναι -ή πρέπει να είναι- οι επιφυλάξεις και οι αντιστάσεις άλλων κρατών - μελών, που είναι κυρίως αγοράστριες χώρες στον τομέα αυτό.

Η τυπολογία όμως των διαδικασιών που εγκαθιδρύει η οδηγία αυτή, είναι πάρα πολύ καθαρή, πάρα πολύ εύληπτη και μας επιτρέπει να προσαρμόσουμε την εθνική μας νομοθεσία έτσι, ώστε να μπορούμε να κινούμεθα με μεγαλύτερη ταχύτητα, με μεγαλύτερη διαφάνεια, με μεγαλύτερη ευελιξία και να μην αιχμαλωτίζουμε τον εαυτό μας σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες είναι αντιπαραγωγικές και δεν προωθούν ούτε τους αμυντικούς ούτε τους αναπτυξιακούς στόχους της χώρας.

Στόχος μας είναι στην παρούσα κοινοβουλευτική σύνοδο, δηλαδή μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, να έχει ολοκληρωθεί αυτό το σχέδιο νόμου, να έχει συζητηθεί στη Βουλή των Ελλήνων και να έχει καταστεί νόμος του κράτους.
Αυτό θα μας επιτρέψει να κωδικοποιήσουμε τη νομοθεσία, να επανεξετάσουμε όλα τα σημεία τριβής, να επιλύσουμε νομικά προβλήματα που λειτουργούν ως αγκυλώσεις και να επιλύσουμε με την ευκαιρία αυτή, με τη μορφή διάταξης τυπικού νόμου ψηφισμένου από τη Βουλή, μια σειρά από προβλήματα τα οποία έχουν συσσωρευτεί. Ένα δε από τα προβλήματα αυτά που πρέπει να ταμεί νομοθετικά, είναι το συσσωρευμένο πρόβλημα της διαχείρισης παλαιών συμβάσεων, αντισταθμιστικών ωφελημάτων.

Το κεφάλαιο των αντισταθμιστικών ωφελημάτων πρέπει να επανεξεταστεί και επανεξετάζεται από μηδενικής βάσης. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, γιατί η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει πλήρη συνείδηση ότι είναι μια ευρωπαϊκή σύγχρονη χώρα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα θέματα αυτά, με μια –θα μου συγχωρεθεί η έκφραση- τριτοκοσμική ή αρχαϊκή αντίληψη.

Είναι προφανές ότι κανείς δεν χαρίζει σε κανέναν τίποτε και όταν ένα αντισταθμιστικό ωφέλημα περιλαμβάνεται σε μια κύρια σύμβαση ή συναρτάται με αυτήν, είναι προφανές ότι κάποιος καταβάλλει το κόστος και το κόστος το καταβάλλει μόνο ένας: το καταβάλλει μόνο ο αγοραστής. Κανείς δεν χαρίζει σε κανέναν τίποτε, άρα είναι προφανές ότι πρέπει το ζήτημα αυτό να αντιμετωπιστεί από τη σκοπιά που θέλουμε, δηλαδή με κριτήρια αμυντικά και κυρίως αναπτυξιακά, προκειμένου να αποκτούμε ανταλλάγματα τα οποία έχουν ποιοτικά χαρακτηριστικά και μεγάλη αναπτυξιακή προοπτική.

Αυτό αφορά την ελληνική αμυντική βιομηχανία και το ρόλο της, τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κατασκευάζουν αμυντικό υλικό, αφορά τα ερευνητικά μας Ιδρύματα και Κέντρα, αφορά γενικότερα τον τομέα της μεταφοράς τεχνογνωσίας. Γιατί τα κριτήριά μας όπως είπα και προηγουμένως, πρέπει να είναι κριτήρια ποιοτικά και όχι απλώς ποσοτικά και μάλιστα με μια τελείως συμβατική θεώρηση της ποσότητας, η οποία «κατασκευάζεται» ως έννοια μέσα από μια σειρά συντελεστών, που πολλαπλασιάζουν το μικρό πραγματικό αντικείμενο αυτών των συμβάσεων.
Αυτό θα επιτρέψει και στην ελληνική αμυντική βιομηχανία να βρει τον προσανατολισμό της. Και έρχομαι στην ελληνική αμυντική βιομηχανία. Έχω πρωτίστως κατά νου, όπως έχω υποχρέωση ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, πρώτον, τις μεγάλες βιομηχανίες δημοσίου ενδιαφέροντος, δηλαδή αυτές στις οποίες το ελληνικό Δημόσιο είναι ο αποκλειστικός ή ο κύριος μέτοχος. Αλλά επιπλέον έχω εξίσου κατά νου όλο τον κλάδο της ελληνικής βιομηχανίας και όλα τα μεγέθη των επιχειρήσεων.

Επιχειρήσεις με παράδοση, με μακροχρόνια παρουσία, επιχειρήσεις που επενδύουν σε όλους τους τομείς, κυρίως όμως εκεί, όπου η ένταση κεφαλαίου έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά κι εκεί όπου το διανοητικό κεφάλαιο, η έρευνα, η καινοτομία μπορούν να παίξουν πολύ σημαντικό ρόλο.

Γιατί μας ενδιαφέρει πάρα πολύ να λειτουργούμε όχι ως μεταπράτες ή ως διαμεσολαβητές, αλλά ως γνήσιοι συμπαραγωγοί που αφομοιώνουν τεχνογνωσία και παράγουν τεχνογνωσία. Η ελληνική προστιθέμενη αξία δεν θέλουμε να είναι μια νομική έννοια, δεν θέλουμε να είναι μια λογιστική έννοια, θέλουμε να είναι μια πραγματική οικονομική αναπτυξιακή παράμετρος. Και αυτό φυσικά αφορά και την εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή:

Δεν θέλουμε να υποκρύπτει μια απλή διαμεσολάβηση, δεν θέλουμε αυτές οι συμβάσεις που συνάπτονται με τους προμηθευτές που μετέχουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στους διαγωνισμούς που κινεί το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας να είναι μια σχέση προσχηματική ή εικονική. Δεν θέλουμε Έλληνες διαμεσολαβητές ή αντιπροσώπους με το πρόσχημα μιας μικρής παραγωγικής δραστηριότητας, αλλά επιχειρήσεις που επενδύουν, που παράγουν, που δημιουργούν θέσεις εργασίας, που μετέχουν σε αυτό το γίγνεσθαι της έρευνας και της ανάπτυξης. Ένα γίγνεσθαι στο οποίο δυστυχώς η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη από τη συμμετοχή του ελληνικού ιδιωτικού τομέα.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τους αμυντικούς εξοπλισμούς και τις αμυντικές επενδύσεις, αλλά αφορά δυστυχώς όλα τα πεδία της οικονομικής δραστηριότητας. Με βάση τους σύνθετους δείκτες καινοτομίας και τους ευρωπαϊκούς και τους εθνικούς, έχουμε ένα πολύ σημαντικό έλλειμμα που πρέπει να το καλύψουμε και ενώ στο πεδίο αυτό το ελληνικό Δημόσιο φαίνεται
-και αυτό είναι εντυπωσιακό- να έχει αυξήσει τη δική του συμμετοχή, ο ιδιωτικός τομέας πριν την εμφάνιση της κρίσης και πριν τη συνειδητοποίηση της κρίσης, δεν είχε να εμφανίσει τα ίδια θετικά αποτελέσματα.


Και θέλουμε να παρακινήσουμε την ελληνική αμυντική βιομηχανία, θέλουμε να παρακινήσουμε το Σύνδεσμο Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού να δραστηριοποιηθεί στον τομέα αυτόν, όσο γίνεται περισσότερο.

Ήδη οργανώνουμε μια ημερίδα στην οποία θα προσκληθούν όλα τα ελληνικά ερευνητικά Ινστιτούτα και τα ελληνικά πανεπιστημιακά εργαστήρια, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνδέονται με τους αμυντικούς εξοπλισμούς και τις επενδύσεις στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Και στόχος μας είναι αμέσως μετά να οργανώσουμε μια συνάντηση με τη μορφή partenariat, μεταξύ της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και των ελληνικών ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημιακών εργαστηρίων, για να βοηθήσουμε προς την κατεύθυνση αυτή.

Και ήδη ανοίγει η συζήτηση για την -θα έλεγα- τελείως απροκατάληπτη και όσο γίνεται πιο ευέλικτη αντιμετώπιση του συσσωρευμένου προβλήματος των παλαιών συμβάσεων των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, ώστε να επαναδιαπραγματευτούμε συνολικά συμβάσεις με εταιρείες και με χώρες προκειμένου να σπάσουμε αυτό το «γόρδιο δεσμό». Αλλά ανοίγει και η συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανώνεται η ελληνική συμμετοχή, η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή και να υποστασιοποιείται η ελληνική προστιθέμενη αξία, προκειμένου να έχουμε πραγματική, ποιοτικά αναβαθμισμένη, συμμετοχή με τη μορφή συμπαραγωγής, η οποία στη συνέχεια μπορεί να εξελίσσεται στην παραγωγή νέων προϊόντων, έστω κι αν αυτά τα νέα προϊόντα είναι μικρά στην αρχή, μικρής οικονομικής αξίας.

Αλλά μπορεί να έχουν μεγάλη ερευνητική αξία και μεγάλη προοπτική, κάτι που μας ενδιαφέρει, γιατί -ούτως ή άλλως- ο τομέας των αμυντικών επενδύσεων και γενικότερα ο τομέας που χειριζόμαστε ως οικονομικός τομέας δεν είναι ποτέ ένας τομέας βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Πρέπει πάντοτε να έχουμε υπομονή και όσο γίνεται ευρύτερη θεώρηση των θεμάτων στον τομέα αυτό και γι' αυτό πρέπει να διασφαλίζεται και η συνέχεια του κράτους και η συνέχεια της δημόσιας διοίκησης.

Είναι επίσης προφανές ότι πρέπει να οργανώσουμε καλύτερα τις εσωτερικές διαδικασίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Πρέπει η κατανομή της αρμοδιότητας μεταξύ των Γενικών Επιτελείων και των μειζόνων σχηματισμών των Ενόπλων Δυνάμεων, από τη μια μεριά, και των πολιτικών Γενικών Διευθύνσεων από την άλλη μεριά, της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων αλλά και της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικού Σχεδιασμού και Υποστήριξης, να είναι καθαρός έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε εσωτερικές διαδικασίες αμοιβαίας υποστήριξης αλλά και αμοιβαίου ελέγχου.

Επίσης είναι απολύτως αναγκαίο να έχουμε εξ αρχής την πλήρη εκτίμηση του κόστους μιας επιλογής. Διότι, όταν ξεκινάμε με μια σύμβαση για κύριο αμυντικό υλικό χωρίς να έχουμε συνυπολογίσει τις ανάγκες σε βλήματα, σε συστήματα αυτοπροστασίας, σε εν συνεχεία υποστήριξη, δεν μπορούμε να έχουμε μια ορθή εκτίμηση του συνολικού κόστους και δεν μπορούμε να οργανώσουμε σωστά τη δική μας στάση, ως προς την αναπτυξιακή διάσταση της μίας ή της άλλης επιλογής που κάνουμε.

Με λίγα λόγια, θέλουμε να έχουμε καλούς λογαριασμούς με όλους για να έχουμε καλούς φίλους παντού, αλλά με αξιοπρέπεια, με διαφάνεια, με ορθολογισμό, με σαφές νομικό πλαίσιο. Και σε αυτό σας καλούμε να βοηθήσετε. Σας καλούμε να βοηθήσετε με ιδέες, με προτάσεις, αλλά και αναπτύσσοντας καλές πρακτικές, καλές επιχειρηματικές πρακτικές ώστε να σπάσουμε αυτό το «μυστήριο» που κυριαρχεί στον τομέα των αμυντικών εξοπλισμών και των επενδύσεων και να καταστήσουμε τον τομέα αυτό όσο γίνεται πιο χρήσιμο για τον τόπο για την οικονομία.

Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η οικονομική ισχύς είναι και διπλωματική ισχύς και όταν η χώρα αντιμετωπίζει δημοσιονομικές και αναπτυξιακές δυσκολίες, όταν τίθεται εν αμφιβόλω η κοινωνική συνοχή, τότε τίθενται και προβλήματα διπλωματικής ισχύος. Γι' αυτό είμαστε απολύτως υποχρεωμένοι, είμαστε εθνικά και ιστορικά υποχρεωμένοι, να συμβάλλουμε στην υπέρβαση των προβλημάτων αυτών.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας λοιπόν συμβάλλει όσο μπορεί πιο έντονα στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρέπει να φύγουμε από αυτή τη δημοσιονομική περιδίνηση.

Επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά ότι τίποτε δεν είναι πιο φιλικό για τον πολίτη, τίποτε δεν είναι πιο κοντά στην αντίληψη περί κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής, από το να μπορείς να καταβάλλεις κανονικά τους μισθούς, τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, τα προνοιακά επιδόματα, να μπορείς να χρηματοδοτείς τις λειτουργίες των μεγάλων μηχανισμών του κοινωνικού κράτους. Πρέπει λοιπόν να ξεφύγουμε από αυτή τη δημοσιονομική περιδίνηση και θα ξεφύγουμε.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπως γνωρίζετε, χειρίζεται φέτος, το 2010 ένα προϋπολογισμό συνολικού ύψους 6 περίπου δις ευρώ. Από αυτά περίπου το 45% καλύπτουν αποδοχές του κάθε είδους προσωπικού. Χειριζόμαστε ένα λειτουργικό προϋπολογισμό ύψους περίπου 1,2 δις ευρώ, ο οποίος ήδη έχει μειωθεί κατά 12,1% και στόχος μας είναι να μειωθεί ακόμη περισσότερο χωρίς να παραβλάπτεται η αμυντική ικανότητα της χώρας και χωρίς να μειώνονται πραγματικές αποδοχές, που -ούτως ή άλλως- είναι πολύ μικρές στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων και του πολιτικού τους προσωπικού. Και χειριζόμαστε κι ένα αμυντικό -αναπτυξιακό προϋπολογισμό ύψους πληρωμών 2 δις και ύψους παραλαβών που έχει και δημοσιονομικά κρίσιμη σημασία, ύψους περίπου 2,7 δις ευρώ, τη χρονιά αυτή.
                       
            Την ίδια στιγμή που η χώρα φυσικά δέχεται τις συμβουλές των εταίρων της να προσαρμοστεί με τις ανάγκες της αγοράς αλλά και με τις αντιλήψεις που επικρατούν, την ίδια ώρα που αντιλαμβανόμαστε όλοι πως πρέπει με πειθαρχία και αποφασιστικότητα να εφαρμόσουμε το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, την ίδια ώρα όλες οι εταιρείες και όλες οι χώρες που ενδιαφέρονται  για την ομαλή εξέλιξη συμβάσεων προμηθείας οπλικών συστημάτων ή γενικότερα αμυντικού υλικού, έχουν την αγωνία μήπως η Ελλάδα δεν είναι συνεπής στην εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεών της, ως αγοράστρια χώρα.

Θέλω λοιπόν να τονίσω -για μια ακόμη φορά- ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που σέβεται τις συμβατικές της υποχρεώσεις, καταβάλλει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο των προβλέψεων κάθε σύμβασης, αρκεί αυτός που είναι ανάδοχος μιας σύμβασης κι έχει αναλάβει να προμηθεύσει τη χώρα με οπλικά συστήματα ή άλλα αμυντικά υλικά, να τηρεί τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, να είναι εμπρόθεσμος και να σέβεται τις ποιοτικές και γενικότερα τις τεχνικές προδιαγραφές της σύμβασης, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου μα καθόλου αυτονόητο.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που μπορεί να οργανώσει τον ποιοτικό έλεγχο, που ξέρει -και οφείλει να ξέρει- τι παραγγέλλει και τι παραλαμβάνει. Και οφείλει να  είναι ιδιαίτερα αυστηρή στην εφαρμογή αυτών των κανόνων. Και θα είναι ιδιαίτερα αυστηρή στην εφαρμογή αυτών των κανόνων. Όταν λοιπόν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται από τους αντισυμβαλλομένους της με σεβασμό απέναντι στις αμυντικές και αναπτυξιακές της ανάγκες και με σεβασμό απέναντι στη μεγάλη δημοσιονομική προσπάθεια που κάνει ο ελληνικός λαός και η ίδια αντιμετωπίζει με απόλυτο σεβασμό τους αντισυμβαλλομένους της και εκπληροί κατά γράμμα και εμπροθέσμως τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις.
Όταν όμως δε συμβαίνει αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε όλα τα νομικά και άλλα μέσα που προβλέπει ο νόμος, η σύμβαση,  το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο στον τομέα αυτόν. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε και μέσα στο οποίο θα κινηθούμε με διαφάνεια, χωρίς εκπλήξεις, απευθυνόμενοι προς όλους τους κοινωνικούς εταίρους, προς όλους τους παραγωγικούς φορείς, προς όλους τους παράγοντες της εγχώριας και της διεθνούς αγοράς.

Αυτή είναι η στάση μας και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετέχουμε ενεργά στη διοίκηση και τις λειτουργίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας. Θέλουμε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας να παίξει όσο γίνεται σημαντικότερο και παραγωγικότερο ρόλο. Θέλουμε στο πλαίσιο της νέας Κοινοτικής Οδηγίας να είναι καθαρός και αποτελεσματικός ο ρόλος του Εθνικού Οργανισμού Άμυνας. Και στην τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού του Συμβουλίου σε επίπεδο Υπουργών Άμυνας, έθεσα τα ζητήματα αυτά ώστε να ξέρουμε ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βαδίζουμε.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες οργανωμένες διαδικασίες όπως είναι η NAMSA στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις οργανωμένες διακρατικές διαδικασίες, παλαιότερες ή νεότερες. Έτσι αντιμετωπίζουμε και τη σχέση μας με τις ΗΠΑ στο πλαίσιο των FMS, έτσι αντιμετωπίζουμε και τη σχέση μας με άλλες χώρες με τις οποίες έχουμε συνάψει και εκτελούμε μακροπρόθεσμες διακρατικές συμφωνίες-πλαίσιο που διευκολύνουν τις επιμέρους διαδικασίες κατά την προμήθεια κύριου ή συμπληρωματικού αμυντικού υλικού.

Και κάθε φορά οφείλουμε να επιλέγουμε τη διαδικασία που προστατεύει τα δικά μας αμυντικά και αναπτυξιακά συμφέροντα. Βεβαίως η διαδικασία των διεθνών ανοιχτών διαγωνισμών  είναι πάντα η προτιμητέα διαδικασία. Είναι κατά τεκμήριο αυτή που οδηγεί στις καλύτερες λύσεις. Κατά τεκμήριο όμως, το οποίο είναι μαχητό. Γι’ αυτό υπάρχει ανοιχτή πάντοτε και στο πλαίσιο της νέας κοινοτικής οδηγίας και η διαδικασία των διακρατικών συμφωνιών και η διαδικασία των συμβάσεων-πλαίσιο και η δυνατότητα απευθείας αναθέσεων προκειμένου να εξυπηρετούμε πληρέστερα, ταχύτερα, αποτελεσματικότερα, το δημόσιο συμφέρον, αμυντικό και αναπτυξιακό –εν τέλει κοινωνικό.

Όλα αυτά, πάντα υπό τον έλεγχο και την έγκριση της Βουλής, πάντα υπό τον έλεγχο και την έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πάντα υπό τον έλεγχο και την έγκριση της αγοράς που ξέρει τι γίνεται, γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα και θέλουμε να νιώθει ασφαλής, πως το παιχνίδι είναι καθαρό και πως παίζεται με ίσους όρους.

Αυτό είναι το μήνυμά μου και σε αυτό σας παρακαλώ να ανταποκριθείτε.
Σας ευχαριστώ πολύ.


                                                                                               


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου