Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ κ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ στο συνέδριο του economist


Με θέμα

SHAPING GREECE'S AGENDA:

«Meeting the challenges through
leadership strategy»

Ευχαριστώ πάρα πολύ τους διοργανωτές για την ευκαιρία που μου δίνουν για πολλοστή φορά να μετάσχω σε μια παρόμοια υψηλού επιπέδου συνάντηση. Θέλω να ευχαριστήσω προσωπικά και την κα Πασαριβάκη και όλο το επιτελείο, για τις προσκλήσεις της και να τους συγχαρώ για την πολύ καλή δουλειά που κάνουν υπό την αιγίδα του Economist.
Όπως αντιλαμβάνεστε, οι περιστάσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολες, γιατί η χώρα μας διέρχεται μία πρωτοφανούς έντασης δημοσιονομική κρίση και η κρίση αυτή αναμφίβολα επηρεάζει συνολικά τη διεθνή εικόνα της χώρας. Και το ερώτημα είναι αν αυτή η αμφισβήτηση της δυνατότητας της χώρας να δανείζεται στις διεθνείς αγορές και η ανάγκη προσφυγής της στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, συνιστά ταυτόχρονα και μία μείωση της διεθνούς πολιτικής και διπλωματικής ισχύος της χώρας, αν δηλαδή αλλάζει τα δεδομένα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της χώρας.
Επειδή είναι προφανές ότι σε ένα διεθνές σύστημα, που κυριαρχείται από τις αγορές και που στερείται θεσμών παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, μια δημοσιονομική κρίση και μία ένταξη σε μηχανισμούς στήριξης και άρα σε μηχανισμούς διεθνούς οικονομικής εποπτείας, περιορίζει αναμφίβολα τη διακριτική ευχέρεια μιας χώρας, της εκάστοτε Κυβέρνησής της και της εκάστοτε κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας, είναι εύλογο και αναπόφευκτο να τίθεται το ερώτημα αν αυτός ο περιορισμός της οικονομικής και δημοσιονομικής κυριαρχίας της χώρας συνιστά και περιορισμό του σκληρού πυρήνα της εθνικής της κυριαρχίας. Αν δηλαδή πραγματικά θίγει τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, που είναι με τη σειρά του ο σκληρός πυρήνας της εξωτερικής πολιτικής.


Θέλω λοιπόν ευθύς εξαρχής και με απολύτως κατηγορηματικό τρόπο να δηλώσω ότι το γεγονός πως η Ελλάδα διέρχεται αυτή τη δύσκολη οικονομική φάση, δύσκολη όχι μόνο για την ίδια αλλά για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη Ζώνη του ευρώ, για το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, για την ισορροπία των αγορών αλλά και για το ρόλο των κρατών (που τώρα υφίστανται όλα ανεξαιρέτως τη δημοσιονομική κρίση ως συνέχεια και επίπτωση της διεθνούς κρίσης του τραπεζικού συστήματος που είδαμε να φτάνει στο σημείο αιχμής της πριν από δύο περίπου χρόνια), σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η χώρα πρόκειται να κάμψει τις βασικές αρχές και τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής και της εθνικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.
Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ως διεθνές μήνυμα κι έχει και πάρα πολύ μεγάλη σημασία ως μήνυμα απευθυνόμενο στον Έλληνα πολίτη, στην ελληνική κοινωνία. Γιατί μια στοιχειώδης, μη υποκείμενη σε διαπραγμάτευση, αίσθηση εθνικής αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης, είναι όρος επιβίωσης και προκοπής όχι μόνον πολιτικά, διπλωματικά, άρα και αμυντικά, αλλά και αναπτυξιακά και οικονομικά.
Έχουμε ανάγκη να διατηρήσουμε τον πυρήνα της εθνικής μας αξιοπρέπειας και της εθνικής μας αυτοπεποίθησης, γιατί στόχος μας είναι ακολουθώντας με συνέπεια τα όσα συμφωνούμε στο πλαίσιο ενός πολύ σκληρού προγράμματος σταθερότητας, να οδηγηθούμε όσο γίνεται συντομότερα ξανά και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης, σε θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ και βεβαίως να οδηγηθούμε και σε μία πτωτική τάση του δημοσίου χρέους, που αναπόφευκτα θα εμφανίσει στην αρχή μια αυξητική τάση, προκειμένου όμως στη συνέχεια να αρχίσει να μειώνεται με έναν ρυθμό ο οποίος θα αποκτά σιγά-σιγά σταθερά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά.
Επειδή η Ελληνική Κυβέρνηση και η ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει εφαρμόζει μία εθνική πολιτική στα θέματα της άμυνας και της ασφάλειας, μια πολιτική ευρύτατης συναίνεσης και αποδοχής, μία πολιτική που έχει μόνιμα και στρατηγικά χαρακτηριστικά, δεν αναστέλλονται κρίσιμες πρωτοβουλίες και διαδικασίες.
Συνεχίζονται οι επαφές στο πλαίσιο των αποφάσεων και των πρωτοβουλιών του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για το πρόβλημα που υπάρχει σε σχέση με το όνομα της γειτονικής μας χώρας, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Έχουμε ήδη αποφασίσει την επανάληψη των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και αναμένουμε σε λίγες ημέρες την επίσκεψη στην Ελλάδα του Τούρκου Πρωθυπουργού.
Μετέχουμε ενεργότατα στις διεργασίες για την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας, στον πολύ κρίσιμο τομέα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας.
Παρακολουθούμε ενεργότατα τις συζητήσεις για το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ και υπερασπιζόμαστε τη δική μας οπτική γωνία και άρα τα συμφέροντα της Συμμαχίας στην πολύ ευαίσθητη περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, σε σχέση με όλα τα θέματα που αφορούν τη νέα δομή διοίκησης της Συμμαχίας.
Και φυσικά είμαστε έτοιμοι με δημιουργικό και θετικό τρόπο, με καλή πίστη, να συμβάλλουμε στην ανάληψη πρωτοβουλιών που πράγματι οδηγούν σε μία κατάσταση καλής γειτονίας, σταθερότητας και ειρήνης.
Αλλά, όπως έχω πει πολλές φορές, υπάρχει πάντα μια κρίσιμη απόσταση ανάμεσα στην αισιοδοξία και την ψευδαίσθηση και οι μεγάλες πρωτοβουλίες και άρα οι μεγάλες θετικές εξελίξεις θέλουν μία σύμπτωση βουλήσεων, θέλουν ισχυρές πολιτικές βουλήσεις σε δύο πλευρές, οι οποίες να συμπίπτουν, γιατί μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε αποτελέσματα με δεδομένο ότι υπάρχουν ορισμένα θέματα θεμελιώδη, του σκληρού πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας, τα οποία ούτως ή άλλως δεν συζητούνται.
Η διεθνής οικονομική κρίση όμως και η αδυναμία των διεθνών οργανισμών, των περιφερειακών οντοτήτων όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και εντέλει των κρατών να διαχειριστούν την κρίση αυτή, δείχνει ότι προ πολλού έχουν μεταβληθεί τα υποκείμενα της διεθνούς κοινωνίας.
Υπάρχουν οντότητες μη κρατικές, οι οποίες εμφανίζουν δυνατότητες επιρροής και άρα στην πραγματικότητα εμφανίζουν ποσότητες κυριαρχίας οι οποίες είναι μεγαλύτερες από αυτές που διαθέτει ένα κράτος, ένα κράτος μεσαίου μεγέθους, ένα κράτος ευρωπαϊκό, ένα κράτος που είναι ιστορικό μέλος του ΝΑΤΟ από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50, όπως είναι η Ελλάδα.
Υπάρχουν διεθνείς τραπεζικοί οργανισμοί, υπάρχουν funds, υπάρχουν εταιρείες αξιολόγησης των κρατικών ομολόγων και των τραπεζών, που μετέχουν στο διεθνές γίγνεσθαι, παράγοντας πολιτικά γεγονότα και πολιτικές επιπτώσεις. Όχι μόνον οικονομικά γεγονότα δημοσιονομικά αλλά και πολιτικά γεγονότα τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά, χωρίς να είναι νομικά αποδεκτοί παίκτες του συστήματος, αλλά είναι εκ των πραγμάτων ισχυρότατοι και συχνά καθοριστικοί παίκτες του συστήματος.
Άρα οι εξελίξεις στον τομέα της δημοσιονομικής ευστάθειας και της λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών μας ξαναφέρνουν στον σκληρό πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, διότι θα ήταν κανείς τυφλός, εάν δεν παραδεχόταν το αυτονόητο, πως έχει καταστεί πλέον το διεθνές πολιτικό σύστημα τόσο πολύπλοκο, ώστε να μην μπορεί να το αντιληφθεί κανείς μιλώντας μόνον με όρους παραδοσιακούς, με όρους πολιτικούς, με όρους θεσμικούς.
Και αυτό είναι το πολύ μεγάλο κενό το οποίο αντιμετωπίζει τώρα η οικουμένη, είναι το πολύ μεγάλο κενό που αντιμετωπίζει και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει βρεθεί να κάνει ένα μετέωρο βήμα μεταξύ της μεγάλης πρωτοβουλίας της εισαγωγής του κοινού νομίσματος πριν από δέκα χρόνια, της εισαγωγής του ευρώ, και της αδυναμίας να θεσπιστούν και να λειτουργήσουν μηχανισμοί άσκησης όχι απλά και μόνον μιας νομισματικής πολιτικής, αλλά μιας κατά κυριολεξία οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, που κι αυτή με τη σειρά της δε νοείται χωρίς να εφαρμόζεται μία αναπτυξιακή πολιτική σύγκλισης, μια πολιτική η οποία να έχει ολοκληρωμένο αναπτυξιακό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Και επίσης θα ήταν ψευδές να ισχυριστεί κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και στον τομέα αυτό έχει απογαλακτιστεί από τον ευρωατλαντικό άξονα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι όπως ιστορικά το πρόβλημα της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου ήταν ήδη από τα μέσα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου ένα πρόβλημα ευρωπαϊκό και αμερικανικό ταυτόχρονα, ένα ευρωατλαντικό πρόβλημα, όπως ακριβώς αυτό επανελήφθη λόγω του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπως ακριβώς αυτό επανελήφθη λόγω του ψυχρού πολέμου, όπως αυτό επανελήφθη μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού λόγω των ασύμμετρων απειλών και των νέων μορφών της τρομοκρατίας και όπως ακριβώς η Συνθήκη της Λισσαβόνας συνδέει αναπόφευκτα την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας με το ΝΑΤΟ, η πρωταρχία του οποίου αναγνωρίζεται θεσμικά στα ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, έτσι και οικονομικά, νομισματικά, δημοσιονομικά, η ύπαρξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η τεχνογνωσία του, η δυνατότητα να κινεί τους μηχανισμούς του βλέπετε ότι γίνεται αποδεκτή από την Ευρωζώνη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι είναι μία παράμετρος χωρίς την οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει ένας μηχανισμός στήριξης.
Ο οποίος μηχανισμός βεβαίως είναι ευρωπαϊκός, αλλά είναι ταυτόχρονα κι ένας μηχανισμός ο οποίος διατηρεί ανοιχτή αυτή την ευρωατλαντική διάσταση η οποία είναι παρούσα σε όλα τα κρίσιμα θέματα, είτε αυτά είναι αμιγώς θέματα ασφάλειας και άμυνας, είτε είναι ευρύτερα πολιτικά θέματα και τέτοια είναι τα δημοσιονομικά και τα μακροοικονομικά που επηρεάζουν ευθέως και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και την άσκηση της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.
Μιλώντας τώρα με πιο απλούς και συμβατικούς όρους, η Ελλάδα, όπως είχαμε την ευκαιρία και ο Πρωθυπουργός που είναι και Υπουργός Εξωτερικών ταυτοχρόνως και εγώ ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, να δηλώσουμε σε όλα τα κρίσιμα fora και αυτά της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετέχει πράγματι και θέλει να μετέχει στο κεντρικό ρεύμα των εξελίξεων.
Δεν μας ενδιαφέρουν μόνον με μία «επαρχιωτική» διάθεση ζητήματα στενά εθνικά -όπως κι αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο αυτόν εντός ή εκτός εισαγωγικών. Μας ενδιαφέρει συνολικά το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας, μας ενδιαφέρει συνολικά το πρόβλημα του νέου ρόλου του ΝΑΤΟ, γι΄ αυτό η Ελλάδα μετέχει ενεργότατα σε όλες τις διεθνείς δραστηριότητες και πρωτοβουλίες και επαναλαμβάνει για μια ακόμη φορά τη δέσμευσή της να συνεχίσει να μετέχει σε αυτές τις μεγάλες πρωτοβουλίες.
Η Ελλάδα στο πλαίσιο των σχετικών αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών μετέχει ενεργά όχι με όγκο δυνάμεων αλλά πάντως με σαφή πολιτική βούληση, στην ISAF και σε όλη την προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του Αφγανιστάν και την απόδοση της αφγανικής κυριαρχίας στις Αφγανικές Αρχές και τον Αφγανικό λαό.
Είμαστε παρόντες στην Καμπούλ, με σημαντικές ομάδες εκπαιδευτών, ασκούμε την περίοδο αυτή τη διοίκηση του αεροδρομίου της Καμπούλ και προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στο πλαίσιο των εθνικών μας δυνατοτήτων και στο πλαίσιο μιας δημοσιονομικής κρίσης που περνάμε τώρα, στα αιτήματα για μία παρουσία η οποία να υποδηλώνει πρωτίστως την πολιτική δέσμευση και αυτό παίρνει και μορφές σημαντικής οικονομικής υποστήριξης της όλης συμμαχικής προσπάθειας.
Το ίδιο συμβαίνει και στο Κοσσυφοπέδιο, η Ελλάδα είναι παρούσα και θα εξακολουθήσει να είναι παρούσα με σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στην ΚFOR. Δεν διεκδικούμε έναν πιο κρίσιμο ρόλο, είμαστε όμως έτοιμοι να αναλάβουμε όποιον ρόλο μας ζητήσουν οι σύμμαχοί μας, όποιον ρόλο οι ενδιαφερόμενοι θεωρούν αποδεκτό για την Ελλάδα. Δε θέλουμε να δημιουργούμε προβλήματα, θέλουμε να συμβάλλουμε στη λύση των προβλημάτων στην περιοχή, με δεδομένη τη θέση που έχουμε διατηρήσει και εμείς και άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με το ζήτημα του Διεθνούς Δικαίου που έχει προκύψει στην περιοχή, εν αναμονή και της σχετικής απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Η Ελλάδα είναι επίσης παρούσα σε όλες τις μεγάλες ναυτικές δραστηριότητες του ΝΑΤΟ, στη μεγάλη άσκηση επιτήρησης στη Μεσόγειο την Active Endeavour και στη μεγάλη επιχείρηση που υπό τη διοίκηση του ΝΑΤΟ διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή της Αφρικής την Ocean Shield. Kαι βεβαίως το ίδιο συμβαίνει και με τις μεγάλες επιχειρήσεις που αυτή τη στιγμή διεξάγονται υπό τη σημαία της Ε.Ε.
Η Ελλάδα είναι και θα είναι παρούσα στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη όσο χρειάζεται στο πλαίσιο της επιχείρησης ALTHEA, που είναι το μόνο παράδειγμα που έχουμε επιχείρησης τύπου Berlin Plus δηλαδή επιχείρηση της Ε.Ε. με τις στρατιωτικές δυνατότητες του ΝΑΤΟ. Και βεβαίως μετέχουμε ενεργά λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που έχουμε ως χώρα με μεγάλο εμπορικό στόλο και στην επιχείρηση «ΑΤΑLΑNTA» που διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή της Σομαλίας για την καταπολέμηση της πειρατείας.
Είμαστε επίσης έτοιμοι να αναλάβουμε το 2012 την ευθύνη συντονισμού της δύναμης ταχείας επέμβασης της NRF, του ΝΑΤΟ με το στρατηγείο μας της Θεσσαλονίκης, το NDCGR, το παλαιό Γ΄ Σώμα Στρατού. Είμαστε έτοιμοι να υποδεχθούμε την έδρα της ταξιαρχίας που τελεί υπό την πολιτική διοίκηση της Συνόδου των Υπουργών Αμύνης της Ν. Α. Ευρώπης, της λεγόμενης SEEBRIG στον Τύρναβο της Θεσσαλίας.
Και βεβαίως χαιρόμαστε γιατί πριν από λίγες εβδομάδες διευθετήθηκαν τα θέματα που αφορούν τη δομή διοίκησης -στην οποία αναφέρθηκα ακροθιγώς προηγουμένως- του ΝΑΤΟ, στην ευρύτερη περιοχή της Νότιας Ευρώπης.
Και έτσι το CAOC της Λάρισας, το Κέντρο Επιχειρήσεων της Λάρισας, εξακολουθεί να λειτουργεί προσφέροντας πολύ σημαντικές υπηρεσίες στη Συμμαχία μέσα στο πλαίσιο της παλαιότερης δομής, η οποία όμως πιστεύουμε ότι πολύ σύντομα θα ξεπεραστεί από μια νεότερη ή νεότατη αντίληψη πιο ευέλικτη, πιο αντιγραφειοκρατική, πιο αποτελεσματική, λιγότερο κοστοβόρα.
Με αυτά που μνημόνευσα σας δίνω νομίζω μια αίσθηση του εύρους της παρουσίας μας, αλλά και της σοβαρότητας της δέσμευσης μας να παίζουμε ένα ρόλο στα θέματα αυτά που αρμόζει στο μέγεθος μας, στη γεωγραφική μας θέση και στην αντίληψη μας πως το διεθνές δίκαιο ως πλαίσιο αναφοράς, η καλή πίστη, οι κανόνες της καλής γειτονίας μπορούν πράγματι να συμβάλουν και στην ανάπτυξη των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ και στην εφαρμογή ενός νέου δόγματος και μιας νέας δομής διοίκησης και στην ουσιαστική ενεργοποίηση της συνθήκης της Λισαβόνας στον κρίσιμο τομέα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.
Αλλά κυρίως πιστεύουμε ότι η στάση αυτή βοηθάει τα δικά μας εθνικά συμφέροντα, βοηθάει τα περιφερειακά συμφέροντα, βοηθάει όλες τις χώρες της περιοχής, προωθεί μια ουσιαστικότερη και καλύτερη σχέση με όλους μας τους γείτονες. Και αυτά εν μέσω –θυμίζω- μιας πρωτοφανούς κρίσης δημοσιονομικής, η οποία όμως -το επαναλαμβάνω και κλείνω με αυτό- δεν επηρεάζει τη σοβαρότητα και την αποφασιστικότητα με την οποία ασκούμε και πρέπει να ασκούμε την εξωτερική μας πολιτική και την εθνική πολιτική ασφάλειας και άμυνας.-



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου