Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Η περίπτωση του Στρατηγού Χαράλαμπου Κατσιμήτρου. Από ΉΡΩΑΣ στα ΒΟΥΝΑ της Αλβανίας, συνεργάτης των Γερμανών στην κατοχή. Αποκαταστάθηκε πλήρως μετα τον εμφύλιο.


Ο Χαράλαμπος Γ. Κατσιμήτρος, Έλληνας στρατηγός του στρατού ξηράς που διακρίθηκε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1886 στο χωριό Κλειτσός, όπου παλαιότερα υπήρχε και οικισμός με το όνομα «Κατσιμητραίικα», του νομού Ευρυτανίας.  Ο Στρατηγός Χ. Κατσιμήτρος ήταν ένας από τους βασικούς συντελεστές της νίκης του Στρατού σε βάρος των Ιταλών στα Βουνά της Αλβανίας στο επος του 1940-1.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1938 ανέλαβε διοικητής της 8ης Μεραρχίας Πεζικού στην περιοχή της Ηπείρου με έδρα τα Ιωάννινα, η οποία αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ηπειρώτες, με το σκεπτικό ότι αν χρειαζόταν  θα αγωνίζονταν κυριολεκτικά «υπερ βωµών και εστιών». Εκεί εργάστηκε μεθοδικά και ολοκλήρωσε τη γραμμή άμυνας, ώστε να αντιμετωπίσει πιθανή επίθεση της Ιταλίας, που κατείχε την Αλβανία.
Το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου 1940, ο διοικητής της Μεραρχίας Ηπείρου Χαρ. Κατσιμήτρος έδωσε τηλεφωνικώς τις τελευταίες οδηγίες στους διοικητές των μονάδων και ιδίως των τμημάτων της μεθορίου να επαγρυπνούν για το ενδεχόμενο ιταλικών κινήσεων. Περί την  3ην ώραν της 28ης Οκτωβρίου ο εν Αθήναις πρέσβυς της Ιταλίας Γκράτσι επέδωκε προς τον πρόεδρο της κυβερνήσεως Ιωάννην Μεταξά τελεσιγραφικήν διακοίνωσιν και ότι έχομεν πόλεμον. Ό αρχηγός του Γεν. Επιτελείου Στρατηγός Αλ. Παπάγος, « διατάσσει όπως ή Μεραρχία αποκρούσει διά των όπλων την εισβολήν των Ιταλικών Στρατευμάτων, συμμορφουμένη προς τας διαταγάς τας οποίας έλαβε διά την εκτέλεση της αποστολής της.»  Ο στρατηγός Κατσιμήτρος απάντησε: « η Μεραρχία θα εκτέλεση το καθήκον της προς την πατρίδα, όπως επιβάλλη η εθνική τιμή και καθ' όν τρόπον αυτή γνωρίζει»
Τις  πρώτες ημέρες του πολέμου, ως διοικητής της 8ης Μεραρχίας εξουδετέρωσε την επίθεση και διέταξε σθεναρή άμυνα στον τομέα Ελαίας-Καλαμά. Ο Αρχιστρατηγος Α.Παπάγος τον διέταξε να εγκαταλείψει τη θέσω άμυνας και  να υποχωρήσει σταδιακά προς το νότο έως την κοιλάδα του Αράχθου. Ο Χ. Κατσιμήτος αγνόησε τη διαταγή του Αρχιστρατήγου και με την ηρωική του αντίσταση στο Καλπάκι, συντέλεσε στην τελική νίκη σε βάρος των Ιταλών. Αν ο Χ. Κατσιμητρος είχε υπακούσει , τοτε προφανής , η έκβαση του πολέμου θα ήταν διαφορετική. Η διαταγή του υποστράτηγου Κατσιμήτρου, κόντρα στις «εντολές» ήταν αυτή που έγραψε ιστορία  οδηγώντας στο Έπος του 1940.

Η επιτελική εκτίμηση ότι ένας αγώνας απέναντι σε τόσο υπέρτερο εχθρό θα ήταν ουσιαστικά μάταιος, ο υποστράτηγος Κατσιμήτρος είχε λάβει προφορικά την «παρότρυνση», άλλα χωρίς αυτό να πάρει ποτέ τη μορφή πραγματικής στρατιωτικής διαταγής, να συμπτύξει τις γραμμές του και νά προσπαθήσει να αμυνθεί βαθύτερα και πιο «αποτελεσματικά» στο ελληνικό έδαφος.

Δεν το έπραξε γιατί γνώρισε πολύ καλά ότι αν συνέβαινε αυτό δεν θα μπορούσε να αναχαιτιστεί η εχθρική διείσδυση, αλλά και γιατί θα έπεφτε το ηθικό των ανδρών του που κατάγονταν από χωριά της περιοχής που θα έπεφταν στα χέρια του εχθρού..

Αντί γι' αυτό, στην ημερήσια διαταγή του στο προσωπικό της VIII Μεραρχίας, του ηρωικότερου ίσως σχηματισμού στρατού της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, καλούσε σε άμυνα μέχρις εσχάτων και δήλωνε ότι οποιαδήποτε υποχώρηση ήταν αδιανόητη και ότι εκεί, στα σύνορα, ήταν και η τελευταία γραμμή άμυνας.
Αυτός όμως ο δαφνοστεφής ΗΡΩΑΣ των Αλβανικών βουνών, μετά  , διέπραξε τραγικά σφάλματα. Συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατακτητές!!!
Ορκίστηκε Υπουργός στις 6.30 το απόγευμα της 30ης Απριλίου 1941 στα Παλαιά Ανάκτορα, το κτίριο της Βουλής, μαζί με τους Σωτήριο Μουτούση, Παναγιώτη Δεμέστιχα και Νικόλαο Μάρκου, από τον Αρχιμανδρίτη Νικόλαο Παπαδόπουλο, ιερέα-εφημέριο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, μετά την άρνηση του Χρύσανθου Αρχιεπισκόπου Αθηνών να ορκίσει την κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Τσολάκογλου.
Διατέλεσε υπουργός     Εργασίας και προσωρινώς υπουργός Γεωργίας από τις 30 Απριλίου 1941 έως τις 8 Μαΐου 1941, στην κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. .
Στις αρχές του 1945, ο τότε πρωθυπουργός στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας,  επανέφερε τον Χ. Καστιμήτρο στην ενεργό υπηρεσία και του ζήτησε να μεταβεί στην Κέρκυρα, να συγκεντρώσει τις ανταρτικές δυνάμεις του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα και να αναδιοργανώσει την 8η Μεραρχία. Υπήρξαν έντυνες αντιδράσεις και  την επομένη τον κάλεσε και του ανακοίνωσε την ματαίωση της μεταβάσεως,  καθώς είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των κατηγορουμένων ως δοσιλόγων. Ο Κατσιμήτρος  και άλλοι 27 ανώτατοι στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν σε δίκη στο Δικαστήριο δοσιλόγων
Η ειδική κατηγορία που τον βάρυνε αναφέρονταν στη στρατιωτική του δράση και καθόριζε ότι,» …..τυγχάνοντες στρατηγοί και διοικηταί ενόπλου στρατεύματος εις ανοικτόν τόπον διεπραγματεύθησαν μετά του εχθρού την σύναψιν ανακωχής, συνθηκολογήσαντες μετ αυτού χωρίς προηγουμένως να πράξουν ό,τι το καθήκον και η στρατιωτική τιμή υπηγόρευε αυτοίς, εκ της τοιαύτης δε συνθηκολογήσεως κατέθεσεν τα όπλα το υπό την διοίκησιν αυτών στράτευμα...».
Η απόφαση εκδόθηκε στις 31 Μαΐου 1945, λίγο μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, και μ' αυτήν καταδικάστηκε «..εις ειρκτήν..» κάθειρξη 5,5 ετών «διότι γενόμενος υπουργός συνέπραξεν μετά του πρωθυπουργού εις την εκτέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων της συνεργασίας και διευκολύνσεως..» που παρείχε στις δυνάμεις Κατοχής και αποπέμφθηκε από το στράτευμα με παράλληλη έκπτωση από το βαθμό του αντιστράτηγου, παρά την πρόταση του στρατιωτικού επιτρόπου Νικολάου Παπαδάκη, συγγενούς του Νικολάου Ασκούτση, πρώην υπουργού και εκ των ηγετικών στελεχών του Ε.Α.Μ., που ζήτησε να του επιβληθούν ισόβια δεσμά και για την έκτιση της ποινής του οδηγήθηκε και κρατήθηκε στις φυλακές Ζελιώτη.
Στις 5 Οκτωβρίου 1949 με διάταγμα του Βασιλέως Παύλου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 15η Οκτωβρίου , του χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής και αποφυλακίστηκε. Το 1953 αποκαταστάθηκε στο βαθμό του και προήχθη στο βαθμό του αντιστράτηγου. Παράλληλα τέθηκε σε αναδρομική αποστρατεία από το 1947, λόγω της συμπληρώσεως του ηλικιακού ορίου και του αποδόθηκαν όλα τα παράσημα του, από τον τότε πρωθυπουργό στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.
Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έως το 1962 σε οικία κοντά στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα στη συνοικία της Κυψέλης στην Αθήνα, όπου έκανε την καθιερωμένη καθημερινή του βόλτα. Πέθανε μόνος και ξεχασμένος από φίλους και συμπολεμιστές. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος , είχε την ιδιότητα του Τέκτονα και ανήκε στη στοά «Φοίνιξ» της Αθήνας. Η κηδεία του έγινε με δημόσια δαπάνη την Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου στις 4 το απόγευμα από το Μητροπολιτικό ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο της πόλεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου